Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

Η ατάκα

Παίρνει φίλος supersport RRR με ανύπαρκτο κάθισμα συνεπιβάτη, αυτό που ειναι σα μισο τοστ.

Το βλέπει η σύζυγος.

'Και γω που θα κάθομαι;!;!'

'Σπίτι...'

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Green Onions

Μ’ αρέσει πολύ ένα κομμάτι των Booker T. & the MGs, το Green Onions. Έχω κολλημα μ αυτο.  Έχει ένα φοβερά απλό ρυθμό, walkin’ blues σαν να λέμε που με φτιάχνει. Είναι ο ορισμός του ‘groovy’ στην κυριολεξία.

Το άκουγα σήμερα το μεσημέρι πριν τη βόλτα. Πλάκα-πλάκα έγραψε 2,250 χλμ το Γιαμάχα μέσα σε λίγες μέρες. Πάμε. Μάζεψα λίγο το συμπλέκτη και τους τζόγους του γκαζιού και ξεκινάει πλέον πολύ εύκολα. Είναι και η συνήθεια πλέον. Κινούμαι στην πόλη για λίγο με ψηλά τις στροφές για να μη βήχει το μοτέρ κι ακόμα σιγοσφυράω τον Booker T.

Εθνική, μια κάτω, στροφές στις 8,000 και πάρε να χεις. Για να δω πόσο γρήγορα μπορώ να πάω μ’ αυτό εδώ. Καιρό είχα να το πω αυτό, στο 1300 τα όρια έρχονταν γρήγορα, εδώ όχι. Συγκεντρώνομαι στην οδήγηση, οι Booker T. & Σία μαζεύουν βιαστικά μπάσα και ντραμς και φεύγουν απ’ το παράθυρο, σαν τον κλέφτη. Ξέρω πότε πάω αργά και πότε γρήγορα για τα όρια μου και τώρα πάω πολύ γρήγορα. Το FZ είναι διαβήτης, κι όσο πιο πολλά του δίνεις, τόσο κρατάει. Αριστερή – δεξιά με τη σκέψη. Ευθεία, ανοίγει καθαρίζοντας το λαιμό του χωρίς να έχει την κτηνώδη ροπή του Οβελίξ και χωρίς εκείνο το μπάσο δυνατό θόρυβο. Το ψηφιακό παπάρι με πληροφορεί ότι μόλις πέρασα τα 170. Ο αέρας με χτυπάει πολύ λιγότερο και βοηθάει.

Σταματάω σ’ ένα μέρος που σταματάω πάντα, σ’ ένα υψωματάκι που βλέπει τη θάλασσα λίγο πριν τη διασταύρωση της Φόδελε. Κατεβαίνω, έχω ιδρώσει μέσα απ’ το κράνος, ανάβω τσιγάρο. Ήρθα γρήγορα, πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι θα ερχόμουν με το 1300 μακάρι να το έστιβα. Κι είναι κι όμορφο.

Και ξαφνικά είναι όλα άδεια. Κοιτάω ένα μηχανάκι που είναι ένα μηχανάκι. Που δεν ξυπνάει τίποτα, που δεν δίνει φόκο στα κάρβουνα, που δεν αφήνει χώρο στο μυαλό μου για τον Paul Butterfield, και τον Peter Green, αδειάζει τα πάντα. Κι είμαι απλά σ’ ένα ήλιο απρόσωπο, σ’ ένα δρόμο απρόσωπο, σαν να μην τον έχω ξαναδεί. Σαν να μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε δρόμος. Τίποτα δε φαίνεται να σημαίνει κάτι. Αύριο θα σταματήσει κάποιος άλλος εκεί μ’ ένα άλλο μηχανάκι. Τα πάντα ρει και ουδέν μένει. Εκεί νιώθω, στο ουδέν μένει.

Ξαναγυρίζω στο Μανώλη, έχει και δουλειά, δεν του λέω τίποτα, πάω και παίρνω το κλειδί του 1300. Με κοιτάει μου κάνει νόημα ‘τι;’, του κάνω νόημα ‘τίποτα’ και συνεχίζω, κάθομαι πάνω. Στρογγυλά ρολόγια. Με νικελάκι στο στεφάνι. Οι Booker T. & the MGs έχουν ξαναμπεί απ’ το παράθυρο και κουρδίζουν. Βάζω μπροστά. Βλέπω το Μανώλη δίπλα, το μόνο που σκέφτομαι να του πω είναι ‘μπουκωμένο είναι’. Χαμογελάει, και πάει και κάνει χώρο να φύγω. ‘Ε, άντε να το ξεμπουκώσεις.’

Κινούμαι με 1,500 στροφές. Έτσι για το γαμώτο. Τα χέρια μου έχουν ανοίξει τέρμα γιατί το τιμόνι είναι μεγάλο κι είμαι πολύ πιο μακριά του απ’ ότι στο FZ. Τα φρένα μου φαίνονται τρόμος. Αλλά το Green Onions, εκεί, να παίζει στο background.

Ευθεία. Πάρτα. Το λάστιχο κολλάει κάτω, τα χέρια μου πονάνε απ’ το τίναγμα γιατί είχα συνηθίσει να τα δίνω στο Γιαμάχα στις 3,000. Ξύπναγε στις 6,000. Αυτό απλά δεν κοιμάται. Δεν αλλάζω ταχύτητα επίτηδες, του σκίζω την τρίτη κι ακούω την Ακράπα να ουρλιάζει, ένα ουρλιαχτό όχι μοτοτζιπι, το άλλο το αλήτικο, αυτό που άκουγα τα μεσημέρια και να βρίζουνε οι φιλήσυχοι.

Θα με φτάσουν τα φρένα; Βγάζω σώμα και ο Οβελίξ ατάραχος σαν να μην έκανα τίποτα στα άνετα 250+ κιλά του συνεχίζει ευθεία. Δίνω κι άλλη δύναμη στο τιμόνι, κι άλλο, κι άλλο, πόσο θέλει να μπει το μπουρδέλο; Κρατάω σταθερό γκάζι, και πολύ μα πολύ νωρίς τα χώνω όσο πάει. Οι Booker T. έχουν δώσει τη θέση τους προ πολλού για ένα μικρό διάστημα στο Neil Young και καπάκι στο Gallagher.

Mια φορά που παίζαμε κάπου με μια μπάντα, κάποιος μας είχε πει να παίξουμε μια ποπ μαλακία. Και του λέει ένας Άγγλος μπασίστας που είχαμε ‘Sorry mate, we only play dead people.’ To θυμάμαι και σκέφτομαι ‘we only ride dead bikes’ και γελάω.

Φτάνω ξανά Φόδελε, στο ίδιο σημείο, σούρουπο. Κι είναι όλα εκεί. Οι Booker T., οι βρισιές τα μεσημέρια για τα ξετάπωτα, η εκδρομή με το φίλο μου το Μιχάλη με το παπί, νύχτωνε όπως και τώρα όταν σταματούσαμε τα φορτηγά για να τους πουλήσουμε κάτι μλκιες να μας δώσουν λεφτά για βενζίνα. Όλα είναι εκεί.

Ξαναγυρίζω στο Μανώλη. ‘Ξεμπούκωσε;’ ‘Ναι.’ ‘Εσύ ή αυτό;’

Του δίνω το κλειδί του Γιαμάχα. ‘Σίγουρα;’ ‘Ναι.’ ‘Οκ.’

Βιάζομαι να ξαναφύγω. Προλαβαίνω άλλη μια. Άσε που μπαίνει και το Cities on Flame τώρα κι έχω αρπάξει. Παίρνω τηλέφωνο το φίλο που καταλαβαίνει, και του φωνάζω άκου, τραβώντας δυο δυνατές γκαζιές. ‘Το πήρες;!’ ‘Ναι.’ ‘Χαχα.. καλορίζικο.’

Βραδιάζει. Παντού. Διπλό κλειστό σωληνωτό. Μια χαρά είναι. Και τα κωλόφρενα που έχει, μια χαρά είναι. Πάντα κωλόφρενα είχανε τα Μπολντόρ.

Το άλλο μ’ έκανε τζάμπα μάγκα.

Κι όσο γρήγορα και να πήγαινα, ποτέ ρε φίλε δε χώνεψα τις τζάμπα μαγκιές.

Καληνύχτα.