Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Ήλιος Προσεχώς

ασκήσεις (;) γραφής και προσχέδια για ένα βιβλίο που λέεεεω κάποτε να βάλω μπρος... Κριτική καλή / κακή ευπρόσδεκτη. Πάμε;

---


Ήλιος Προσεχώς

Άλλαξε θέση και κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο του τρένου, που σερνόταν στο τέλος άλλης μιας ζαρωμένης, κουραστικής μέρας.

Κι αυτά τα πόδια δε σταματάνε να πονάνε. Είναι και τα χρόνια βλέπεις. Είναι και τα χρόνια. Μαγαζιά και φώτα, περαστικοί που παίζουν θέατρο σκιών στο παράθυρο του βαγονιού. Με το ρυθμικό χτύπημα στις ράγες είναι σαν κανονική μηχανή προβολής, με λίγο θαμπή εικόνα που παίζει ασταμάτητα. Χάιδεψε το πακέτο στην τσέπη του. Πέντε τσιγάρα. Ένα για όταν κατέβει απ’ το τρένο, κι ένα όταν φτάσει στο ξενοδοχείο. Ένα ακόμα αργά τη νύχτα όταν έρθει πάλι η αϋπνία.

Και δυο ακόμα για το πρωί, με τον καφέ.

Πάνω απ’ το κεφάλι του, στη μικρή σχάρα το βαλιτσάκι του ήταν ακόμα σχεδόν γεμάτο με δείγματα που δεν πούλησαν. Αργά το βράδυ, ήξερε ότι θα σκέφτεται φανταστικούς διαλόγους στο μυαλό του, παίρνοντας τους δύο ρόλους του πωλητή και αγοραστή. Στο μυαλό του πάντα πουλούσε.

Ακούμπησε το κεφάλι του στο παράθυρο μ’ ένα κουρασμένο χαμόγελο. Υπήρχε ακόμα κάτι μαγικό σ’ αυτό το τρίξιμο του παραθύρου, σ’ αυτό το κούνημα άλλοτε ανεπαίσθητο, άλλοτε με δυνατά τραντάγματα. Έκλεινες τα μάτια, έγερνες στον ώμο, τόσο ώστε ν’ ακουμπάει το πλάι του προσώπου σου εκεί, και ταξίδευες. Ήξερες ότι κινείσαι – στο αυτοκίνητο δεν ήταν το ίδιο σαν επιβάτης. Οι αλλεπάλληλες στροφές και τα φρεναρίσματα δε σε άφηναν σε ησυχία. Κι ακόμα κι αν ήταν ένα μακρύ, βαρετό ταξίδι σε μεγάλες ευθείες σου έδινε απλά την εντύπωση ενός αθόρυβου, ψόφιου, βαρετού οχήματος που απέφευγε με κάθε τρόπο να δώσει σημεία ‘ζωής’.

Το τρένο ήταν διαφορετικό. Άλλαξε θέση για να σταματήσει τον πόνο στο δεξί του πόδι, ένα πόνο θαμπό που έφτανε μέχρι ψηλά.

Τρίτη Δημοτικού. Εκεί κάπου, απ’ όσο θυμόταν πρέπει να ήταν το πρώτο ταξίδι. Σε κάποια ώρα θρησκευτικών ίσως, ποιος ξέρει; Τα λεπτά τζάμια της τάξης στα παραθυρόφυλλα έτρεμαν με την κίνηση του δρόμου στο πίσω μέρος του σχολείου. Με ένα μόνο μικρό τοιχάκι λίγα μέτρα από τον τοίχο να το χωρίζει απ’ το δρόμο, το πίσω μέρος του σχολείου ήταν ακριβώς παράλληλο με το δρόμο, κι έτσι ένιωθες κάθε αυτοκίνητο που περνούσε αν ακουμπούσες το κεφάλι στο παράθυρο – όχι όμως σε κάθε παράθυρο. Τρίτο θρανίο αριστερά απ’ το τέλος. Στα άλλα δεν ένιωθες τίποτα, ήταν τόσο σφιχτά βαλμένα – λες κι ήταν τύχη που έκατσε εκεί.

Αλλά δεν ήταν τύχη φυσικά, ήταν η Αθηνούλα που καθόταν απέναντι και λίγο μπροστά. Σε μια τέτοια ώρα, άδεια από ενδιαφέρον, γεμάτη από Αθηνούλα και ήλιο απ’ το καλοκαίρι που ερχόταν είχε ακουμπήσει το κεφάλι στο παράθυρο. Και τότε το μυαλό του έκανε απλά ένα μικρό μαγικό κλικ. Όχι δεν ήταν τα αυτοκίνητα στο δρόμο που κινούνταν, ήταν το σχολείο. Ο δρόμος ήταν σταματημένος, κι αυτός, ακουμπισμένος στο παράθυρο του ταξίδευε, μέσα από πόλεις, μέσα από την εξοχή χωρίς να σταματά. Λίγο δεξιά του ήταν η Αθηνούλα, ο ήλιος ο Προσεχώς έμπαινε απ’ το παράθυρο κι όλα ήταν όμορφα.

Ο ήλιος γινόταν Ήλιος Προσεχώς από τον Απρίλιο. Όπως τα ‘προσεχώς’ που έβλεπε στο σινεμά (πάντα καλύτερα απ’ την ταινία που θα έβλεπες), έτσι κι αυτός ο ήλιος του Απρίλη είχε γι’ αυτόν μια τεράστια ταμπέλα με κόκκινα ΠΡΟΣΕΧΩΣ γράμματα που σήμαινε ότι έρχεται το καλοκαίρι. 

Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο. Είχε ακόμα δρόμο. Σηκώθηκε γύρισε με κόπο και κατέβασε προσεκτικά τη βαλίτσα του από τη σχάρα. Την άνοιξε επιδέξια, και κοίταξε με απογοήτευση τις δυο μόνο άδειες θήκες. Όλα τα άλλα δείγματα ήταν στη θέση τους κι όσο αυτά έμεναν στη θέση τους τόσο πιο δύσκολα θα γίνονταν τα πράγματα. Αναστέναξε την έκλεισε απαλά αφήνοντας τη δίπλα του στο άδειο κάθισμα και ακούμπησε ξανά στο παράθυρο.

Η Αθηνούλα του χαμογέλασε που ξαναγύρισε. Σ' εκείνο το παράθυρο της Τρίτης Δημοτικού ταξίδευε σε χώρες ξένες, σε πόλεις που δεν υπήρξαν ποτέ, μαγικές. Ήξερε ότι αν ανοίξει τα μάτια του θα δει πράγματα απίστευτα. Ουρανοξύστες που έφταναν πάνω απ’ τα σύννεφα, αυτοκίνητα να πετάνε, δράκους και πριγκίπισσες, λίμνες που έφταναν μέχρι που βλέπει το μάτι, με νούφαρα τόσο μεγάλα που οι νάνοι είχαν σπιτάκια πάνω τους.

Κι όσο κράταγε τα μάτια του σφαλιχτά τόσο ήταν όλα εκεί. Τόσο αληθινά, τόσο οικεία. Γιατί όσο μάθαινε τις διαδρομές του παραθύρου του, τόσο τις εμπλούτιζε με λεπτομέρειες απίστευτες.

Κι όμως ήταν παράξενο. Σε κείνο το παράθυρο της Τρίτης (;) Δημοτικού, τα τρένα του λεπτού τζαμιού του τον έπαιρναν πάντα μακριά, πέρα και μακριά πολύ από κείνη τη σκυφτή αίθουσα του επαρχιακού του σχολείου.

Και τώρα που έφυγε, τώρα που είναι μακριά, όλα τα παράθυρα των τραίνων εκεί τον ξαναγύριζαν. Σ’ αυτή την τάξη. Κι όσο κρατούσε κλειστά τα μάτια του έξω θα ήταν ο ήλιος Προσεχώς και η Αθηνούλα θα του χαμογελούσε.

Παράξενο, αλλά το τραίνο πάντα πάει κάπου αλλού.

Ποτέ εκεί που πας.  Κι αυτά τα πόδια δε σταματάνε να πονάνε.