Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Mια τζούρα Jack

κι ένας αυτοσχεδιασμός. Πως είναι όταν παίζεις τζαζ; Πως θα ήταν αν δεν το έκανες με νότες αλλά με γραπτό; Έστω και με συντηρητικό τρόπο;
Προσπαθώντας λοιπόν να μάθω να γράφω, θα ήταν μια καλή άσκηση. Γράψιμο με εβδόμες και ελαττωμένες και κλίμακες bebop. Αnd all that jazz.



Ξαναπάμε με μια τζούρα Jack.

Όταν κάνεις πίσω το κεφάλι πίνοντας συνήθως κλείνεις τα μάτια. Κι είναι όπως όταν είσαι νύχτα σε μια γωνιά του δρόμου, βρέχει και σηκώνεις το γιακά της καπαρντίνας που για λίγο θα παιρνες όρκο ότι ολα γινονται ασπρομαυρα - σου φαίνεται ότι η λακκουβα το νερό που βλέπεις μπροστά να γυαλίζει στο σκοτάδι απ' το άνοιγμα που αφήνει ο σηκωμένος γιακάς είναι σα χοντρόκοκκο φιλμ. Κι εκεί στη γωνιά του δρόμου για λίγο είσαι κάποιος αλλος.

Έτσι και με τη τζούρα.

Στο λίγο χρόνο που διαρκεί, πολλά γίνονται. Πρώτα σκάει η μυρωδιά στη μύτη, πριν σ' ακουμπήσει καν, και ξέρεις τι έρχεται μετά. Περίεργα μίγματα αυτά. Κλείνεις τα μάτια και παίζεις, μαζί με την ορχήστρα του μαγαζιού, που παρόλο που είναι ψηλοτάβανο είναι τίγκα στον καπνό, όπως όλα εδώ στη Νέα Ορλεάνη, καπνός που μπαίνει στα μάτια όλων, στά μάτια του αδύνατου σα βέργα τύπου που καμπουριάζοντας χτυπάει ρυθμικά σε ragtime τα δάκτυλα του στα πλήκτρα του πιάνου, στα μάτια του τύπου που τραγουδάει - και μισοκλείνει κι αυτός τα μάτια όπως κι εσύ, κι εκεί, μαζί με τη μυρωδιά της κοπέλλας που περνάει με το δίσκο τα πούρα - φτηνή, δυνατή μυρωδιά - μπαίνει στο πλάνο κι ένα σαξόφωνο.

Και μέσα απ' τα μισόκλειστα μάτια το φως απ' τις λάμπες γύρω γύρω στο μαγαζί περνάει απ' τα μισόκλειστα μάτια σαν ωχροί κύκλοι από ψυχεδελικό φιλμάκι του '70, η μυρωδιά του ποτού είναι πιο δυνατή τώρα - και μόνο απ' το παίξιμο, μόνο ακούγοντάς τον καταλαβαίνεις ότι ο ντράμερ χαμογελάει το σάπιο του χαμόγελο χτυπώντας ανάποδα στο ρυθμό του bebop για να απαντήσει ο τρομπετίστας άμεσα με ένα off-beat πετάρισμα.



Χτυπάει το λαιμό και ήδη ξέρεις ότι όταν βγεις έξω ο αέρας θα είναι παγωμένος, αριστερά και δεξιά τα τελευταία μπαρ θα κλείνουν και θα πέφτει μια κουρασμένη βροχή.

Ξαναρίχνεις το κεφάλι μπροστά - 'αααα...'. Μια τζούρα ήταν, αλλά έκανε καλό παιχνίδι. Κι είναι μαζί η ικανοποίηση ότι κανείς εκτός από σένα δεν ξέρει, ούτε υποψιάζεται τίποτα για το ταξίδι. Στη Νέα Ορλεάνη ο μαύρος σαξοφωνίστας με το λευκό του τριμένο κουστούμι κρατάει σφιχτά πάνω του το σαξόφωνο καθώς περπατάει στο δρόμο που αδειάζει. Βλέπει άραγε κι αυτός τα πατήματα σου πάνω στο κλείσιμο των ματιών όσο βλέπεις κι εσύ τα δικά του;

Δεν έχει σημασία. Ούτως ή αλλως αυτά βγαίνουν στη μουσική μόνο. Στο χαρτί όσο και να προσπαθείς να τα μαντρώσεις σε λέξεις, όπως και να τις στήσεις, όπως και να τις πεις δε βγαίνουνε σωστές, όλο κάτι λείπει. Ε και; Όσοι κάνουν ταξίδια τέτοια ούτως ή αλλως έχουν καταλάβει.

Μέτριοι ηθοποιοί είμαστε και με μέτριες ατάκες - και το έργο δεν το γράψαμε εμείς. Καλύτερα να κριθούμε από τους έστω λάθος αυτοσχεδιασμούς που κάνουμε πιστοί στις ψυχές μας, παρά απ' το πόσο πιστοί υπήρξαμε στις ατάκες που γράφτηκαν για μας.

And all that jazz

Kαλημέρα μις Fox



1 σχόλια:

Stella Fox είπε...

μμμ..... Καλημέρα σας Κυριε Λύκε
http://youtu.be/f5Hbh_-IRs8

σας ευχαριστώ κι εγώ.;)