Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Machete





Μια φυλή ιθαγενών, κάπου στον Ειρηνικό. Όλη μέρα στη ζούγκλα. Μια μέρα ένας εξ αυτών ανακάλυψε το machete. Και γαμώ. Μπορούσαν πλέον να περνάνε από ζόρικα σημεία πολύ πιο εύκολα άσε που είχε φοβερή πλάκα αυτό το χρατς χρατς. Μερικοί πιο επιδέξιοι απ’ τους άλλους κάνανε και κόλπα.

Και αργά ή γρήγορα θα γινόταν η μαλακία όπως κι έγινε. Ένας απ’ τους ιθαγενεις που ήταν λίγο γκάου και πήγε να το παίξει μάγκας έκοψε το χέρι ενός άλλου απ’ τον καρπό πάνω στην αεροπεταχτή τριπλέτα που πήγε να κάνει. 



Βγήκε λοιπόν νόμος. Κάθε ένας που θέλει να έχει machete θα πρέπει να περνάει εξετάσεις πρώτα για να δουν αν μπορεί να τη χειρίζεται. Οι εξετάσεις όμως ήταν της πλάκας τελείως. Με αποτέλεσμα κάποιοι να πιστεύουν ότι μπορούν να χειριστούν machete επειδή έτσι το είπε ο εξεταστής και να σφαγιαστούν.

Με το που ανέβηκαν τα ατυχήματα συφιλιάστηκαν οι υπεύθυνοι της φυλής. Σου λένε εδώ χάνουμε φόρους και πληρώνουμε νοσοκομεία. Δε λέει. Κάνανε λοιπόν άλλο νόμο. Ότι πρώτα θα παίρνεις δίπλωμα για μαχαιράκι και μετά για machete. Επίσης, θα πρέπει να μπει όριο και καμιά machete να μην περνάει τα 100 άλογα, συγνώμη, τους 100 πόντους.

Έτσι η ζούγκλα γέμισε με πιτσιρικάδες με μαχαιράκια – ή με τη machete του βλάκα πατέρα που τους την έδινε – και επειδή τους το είχαν πει οι εξεταστές της πλάκας αλληλοσφάζονταν.

Τότε βγήκε και η πανοπλία. Ολόσωμη. Καύκαλο χελώνας στο κεφάλι και στους αγκώνες, ξύλα γύρω γύρω δεμένα με φύκι. Βγαίνανε όλοι στη ζούγκλα πλέον, πιτσιρικάδες με μαχαιράκια, άσχετοι με machete ένα μέτρο, όλοι με διπλώματα, sunday macheters με πανοπλίες και καύκαλα και η σφαγή έδινε κι έπαιρνε. Το κακό ήταν όπως λέγαν κάποιοι, ότι όταν πρωτοάρχισε όλο αυτό υπήρχαν λίγοι με machete και όσοι τις έπαιρναν είτε ήξεραν καλά τι κάνουν είτε δεν επιβίωναν. Και επίσης δεν ήταν τόσο απλό τότε να αγοράσεις machete.

Από τότε που ο σιδεράς της φυλής άρχισε να δίνει machete με 0% προκαταβολή και 94 άτοκες είχε γεμίσει ο κόσμος με τύπους που γύρναγαν στη ζούγκλα αλέθοντας ότι έβρισκαν.

Επιτροπές και υποεπιτροπές σχηματίστηκαν για να δουν γιατί γίνεται αυτό. ‘Ο Κήρυκας της Φυλής’ έβγαινε με πύρινα άρθρα και μίλαγε για εκατόμβες στη ζούγκλα.

Τότε βγήκε και η νομοθεσία για στομωμένες machete που δεν έκοβαν. Έπρεπε να χτυπήσεις τα φύλλα τρεις φορές για να τα κόψεις, για μπαμπού δεν το συζητάμε. Άσε που σε σταματούσαν κάθε τρεις και λίγο για να τσεκάρουν αν φοράς το καύκαλο χελώνας.

Σε λίγο το machete έγινε ένα ακριβό σπορ. Χαράχτηκαν ειδικές διαδρομές στη ζούγκλα, μερικές οβάλ, και με ένα αντίτιμο έμπαινες εκεί με ένα κοφτερό machete και καύκαλο χελώνας με δέρμα dainese από πάνω και λύσσαγες. Μια φορά το χρόνο, δυο.

Και μερικοί που θυμόντουσαν ακόμα εκείνη την πρώτη φάση που βγαίνανε σε μια παρθένα ζούγκλα με κοφτερές, επικίνδυνες machete βλέποντας την τωρινή ζούγκλα με τους χιλιάδες διπλωματούχους να αλληλοσφάζονται με στομωμένες ασφαλείς machete σκέφτηκαν ότι παραμαλακίστηκε η φάση.

Και φύλαξαν την παλιά καλή τους machete για να βγαίνουν που και που μια καλή βόλτα στη ζούγκλα όταν δεν θα χει πολύ κόσμο. Ούτως ή άλλως οι περισσότεροι πλέον τα ήξεραν όλα και δεν είχε νόημα πολύ να μιλάς γι’ αυτά. Εκτός από μια στις τόσες, έτσι για την τιμή των όπλων.


Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Φάκεν Μίρακολ

Πρόσφατα διάβασα στο ίντερνετς την παρακάτω εκπληκτική παπαργιά:

''Πόσο κοστίζει ένα θαύμα ???
Ένα κοριτσάκι, πήρε τον κουμπαρά του κι άδειασε το περιεχόμενο. Μέτρησε τρεις φορές τα κέρματα, του για να μην κάνει κανένα λάθος. Ήταν ένα δολάριο και 11 σέντς. Πήρε τα κέρματα και πήγε στο φαρμακείο της γειτονιάς.

Ο φαρμακοποιός, εκείνη την στιγμή, μιλούσε με ένα καλοντυμένο κύριο και δεν πρόσεξε την μικρή. Το κοριτσάκι έκανε κάποιο θόρυβο με τα πόδια του, αλλά τίποτε. Τότε πήρε ένα από τα κέρματα της και το χτύπησε πάνω στο γραφείο του.

- “Τι θέλεις;” την ρωτά κάπως εκνευρισμένος εκείνος.
“Δεν βλέπεις, ότι μιλώ με τον αδελφό μου, που έχω χρόνια να τον δω”.

Τότε η μικρή του είπε:

- “Θέλω να σου μιλήσω για τον αδελφό μου, που είναι πολύ άρρωστος, και θέλω να αγοράσω ένα θαύμα!“

- “Συγγνώμη”, της απάντησε αυτός,” αλλά δεν πουλάμε θαύματα”.

- “Ξέρετε, είπε το κοριτσάκι, ο αδελφός μου έχει κάτι στο κεφάλι του, που μεγαλώνει, κι ο μπαμπάς μου λέει, ότι μόνο ένα θαύμα θα μας σώσει. Λοιπόν, ποσό κάνει ένα θαύμα για να το αγοράσω. Έχω χρήματα…” .

Ο αδελφός του φαρμακοποιού, που παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την συζήτηση, ρώτησε την μικρή τι είδους θαύμα χρειαζόταν ο αδελφός της.

- “Δεν ξέρω”, του απάντησε με μάτια βουρκωμένα.
“Εκείνο που ξέρω είναι, ότι χρειάζεται εγχείρηση και ο μπαμπάς δεν έχει τα χρήματα. Γι’ αυτό, θέλω να πληρώσω εγώ, με τα δικά μου χρήματα”.

Στην ερώτηση του καλοντυμένου κυρίου, πόσα λεπτά έχει.Η μικρή του απάντησε: «Ένα δολάριο και 11 σέντς, κι αν χρειασθούν και άλλα θα τα βρω».

-” Τι σύμπτωση”, χαμογέλασε ο καλοντυμένος κύριος.
“Είναι το ακριβές αντίτιμο για ένα θαύμα, για ένα μικρό αδελφό. Ένα δολάριο και 11 σεντς!“

Πήρε τα λεπτά, έπιασε την μικρή απ’ το χεράκι, και της είπε: «Πάμε μαζί στο σπίτι σου για να δω τον αδελφό σου και τους γονείς σου και να κάνουμε το θαύμα».

Ο καλοντυμένος κύριος ήταν ο Κάρτον Άρσμποργκ, ο γνωστός νευροχειρουργός.Η εγχείρηση έγινε με επιτυχία και ο μικρός αδελφός επέστρεψε στο σπίτι του υγιής.
- “Η εγχείρηση ήταν ένα αληθινό θαύμα”, ψιθύρισε η μαμά.“Απορώ πόσο θα κόστισε”. Η μικρούλα χαμογέλασε. Ήξερε ακριβώς πόσο κοστίζει ένα θαύμα: «ένα δολάριο και 11 σέντς, συν την πίστη ενός μικρού παιδιού…»

Βάζω στην άκρη την εκρηκτική αφέλεια του κειμένου - με κόπο - και το ότι δεν έγινε ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν υπήρξε ποτέ Κάρτον Άσμποργκ (καλά γαμώ τα ονόματα) και κανένα κοριτσάκι δεν ήταν ποτέ τόσο ζαβό ώστε να πάει σε φαρμακείο να αγοράσει θαύμα και στην εκκλησία ν' αγοράσει δραμαμίνες. 

Κι όμως μου θύμισε μια ΑΛΗΘΙΝΗ ιστορία που είχε τύχει σε μένα προσωπικά, πρόσφατα μάλιστα.

Ήμουν με το 1300 σε ένα βενζινάδικο λίγο πριν τη Φόδελε και πήγαινα με τις αναθυμιάσεις. Σταματάω στο βενζινά και του λέω 'γέμισε μου το με 2 ευρω και 30 ζεντς.'

Ο βενζινάς με κοίταξε με αποτροπιασμό ανάμεικτο με βδελυγμία.

'Γιατί με ενοχλείς; Δεν βλέπεις ότι μιλώ με τη νυμφομανή κόρη του προέδρου της Shell που έχει αδυναμία στα Μπολντόρ;'

Σε λίγα λεπτά είχαν βγει οι φυσσούνες και έφταναν τα πρώτα βυτία καύσιμο. Μισή ώρα αργότερα έπαιζα μπαντιλίκια στη Δημοκρατίας κι είχα ξηλώσει το μισό μέτζελερ. Στους φίλους που με ρωτούσαν πόσο γέμισε το 1300 τους έλεγα την αλήθεια. 2 ευρώ και 30 σεντς.

Την επόμενη φορά θα σας πω την ιστορία του φίλου μου που πήγε σ' ενα βουλκανιζατέρ ν' αγοράσει μια κονσέρβα Zwan με 14 σεντς ενα κουμπί κι ένα κομμάτι σπάγκο κι έτυχε ν' αλλάζει λάστιχα ο Bill Gates στο ποδήλατο της Σκλεναρίκοβα.

Καλημέρα.

Λέμε τώρα.  

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

While my guitar gently weeps



Είναι γέρος με μια κιθάρα ξύλινη και λίγο σκεβρωμένη. Μια μακριά χαρακιά τρέχει στο πίσω μέρος της ταστιέρας της μέχρι τη βάση. Ο ήλιος την έχει ξεθωριάσει, το παίξιμο την έχει λιώσει μα έχει ακόμα φωνή, κι ο γέρος παίζει Beatles. Μόνο, το ένα τραγούδι μετά το άλλο, χωρίς να τραγουδάει.

Eleanor Rigby.

Με τα μάτια συνήθως κλειστά, και με τα χέρια να πηγαίνουν μόνα τους, όχι γιατί είναι τόσο καλός, απλά έχει παίξει τόσες φορές το κομμάτι που πλέον ξέρει πως πηγαίνει. Είναι λιακάδα ακόμα, κι όπως γυρίζει στο Paperback Writer νομίζεις ότι δε θα σουρουπώσει ποτέ. 

Φοράει ένα τριμμένο γκρι σακάκι κι ένα φανελένιο πουκάμισο, γκρι παντελόνι και παπούτσια που έχουν πάρει πολλούς δρόμους, κι όχι πάντα αυτούς που ήθελε. Ακουμπάει πίσω στο σκούρο ξύλο απ’ το παγκάκι και παίζει Beatles, το ένα μετά το άλλο, πάντα Beatles. Περνάει όμορφα από το Come Together για να χαζέψει λίγο στο Across the Universe, που φαίνεται να κρατάει για πάντα. 

Nothing’s gonna change my world. 

Ξέρει να το κάνει ν’ ακούγεται σαν εκείνες τις στιγμές που φαίνεται ότι θα κρατήσουν για πάντα, σαν να μαζεύει σε κάθε στίχο λίγο απ΄το φως, λίγο απ’ τη μυρωδιά του ξύλου, πλέκει όλες τις στιγμές που έχει περάσει σαν καλαθάκι για να χωρέσει ένα ακόμα αύριο και το τραγούδι συνεχίζει και συνεχίζει και νιώθεις σαν να γύρισες απ’ το σχολείο, να πέταξες την τσάντα – όχι δεν την άφησες, την πέταξες – και δε θα ξαναπάς ποτέ.

Και παίζει μόνο Beatles.  

Xαμογελάει στο Penny Lane, κλείνει τα μάτια σε όλο το Strawberry Fields και το μουρμουρίζει αφήνοντας μερικές συλλαβές να ξεφύγουν απ’ το μισόκλειστο στόμα και το χαμόγελο μεγαλώνει. Το πόδι του χτυπάει τόσο απαλά το ρυθμό σα να φοβάται μην πληγώσει το απόγεμα, σα να φοβάται μην χτυπήσει δυνατά και τον ακούσει το σούρουπο. Αναπόφευκτα το Fool On the Hill.

But nobody ever hears him,
or the sound he appears to make,
and he never seems to notice,
But the fool on the hill,
Sees the sun going down,
And the eyes in his head,
See the world spinning 'round

 Δεν ξέρω αν σουρουπώσει ποτέ έτσι που παίζει ή αν έχει καν σημασία. Αν έχεις κλειστά τα μάτια δε σε νοιάζει αν έχει φως. Έχει δικό του φως πίσω απ’ τα μάτια και του φτάνει καθώς σιγοψιθυρίζει την εισαγωγή του Hey Jude.

Take a sad song and make it better.

Και δεν είμαι πάντα εκεί. Εκεί που παίζει, στην πλατεία. Κι όταν είμαι, είμαι μόνος μου, από πιτσιρικάς που πάω. Πάω όμως ακόμα εκεί. Πέρασαν 32 χρόνια που σκότωσαν τον Lennon, και δεν πάω συχνά, αλλά πάω. Και σήμερα το απόγευμα, που έκανα άλλη μια φορά – είχα καιρό – το προσκύνημα μου σ’ εκείνη την κασέτα του let it be που είχα λιώσει, ήταν ακόμα εκεί. Και με δυο απλά στιχάκια, ξέρει να πλέκει τον κόσμο όπως θέλει, εκεί στο παλιό του ξύλινο παγκάκι, στη μικρή πλατεία με τα φύλλα να πέφτουν αργά, συνέχεια, εκεί στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Και τόσα χρόνια, συνεχίζει το δικό του πόλεμο με δυο απλά στιχάκια.

come together
take a sad song and make it better
you got a ticket to ride
I look at the world and I notice it's turning
while my guitar gently weeps

while my guitar gently weeps