Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

It’s a long way to the top if you wanna rock'n'roll.

Δεν ξέραμε πόσο μεγάλη, όταν άρχισε η ιστορία με την αγορά του CB 750 k6 1976 μοντέλο κάπου το καλοκαίρι του 2013. Χωρίς λεφτά στην τσέπη, απλά δεν γινόταν να το αφήσεις εκεί. 

Το μηχανάκι το πουλούσε ύποπτος αλλοδαπός ονόματι Roger. Το ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά. Πως να μην; Μας το βαλε και μπροστά, ακόμα δεν ξέρω πως. Πείθομαι όλο και περισσότερο ότι ήταν ηχογράφηση απλά δεν ξέρω πως το πετύχαινε και συγχρόνιζε τον ήχο με τις γκαζιές που έπαιζα. Τεσπα. 

Σύντομα λοιπόν στο φορτηγάκι το 750 και δρόμο για το σπίτι....











Αν το έβλεπε κάποιος με μια πρώτη ματιά θα του φαινόταν ίσως ότι το μηχανάκι ‘πάει κι έτσι’. Λάδια, αλυσίδα και δεν ξέρω τι, φούσκωμα τα λάστιχα και το βγάζεις στο δρόμο. Όταν τα ακούω αυτά καγχάζω ειρωνικά. Αν δεν το πάρεις στα χέρια σου, να το λύσεις να δεις τι και πως, βγάζεις στο δρόμο ένα χάρο.

Κι άρχισε το λύσιμο. Χώρο δεν είχαμε, οπότε όλα έγιναν στην πυλωτή της πολυκατοικίας. Με ένα φορτηγάκι εργαλεία και τη βοήθεια του guru Χρήστου Κωστάκη που έχει σπουδάσει τα CBk όσο λίγοι βάλαμε μπρος. Κι εκεί αρχίζει ο κατάλογος – πριν να λύσουμε μοτέρ εννοώ.

·        Το τιμόνι είναι διαλυμένο, είναι από άλλο μοντέλο, και σάπιο. Πέταμα.
·        Η μπαταρία πέταμα, προφανώς.
·        Το τελικό της εξάτμισης είναι από Suzuki Address 50άρι δίχρονο. Πέταμα.
·        Τα ηλεκτρικά είναι σε κακό χάλι με καλώδια που πάνε στο πουθενά, τυφλά και μερικά είναι τυλιγμένα με κορδέλα περιτυλίγματος, αυτά που βάζουν στα δώρα. Πέταμα όπως είναι η πλεξούδα. Φυσικά δε δουλεύει τίποτα.
·        Το ντεπόζιτο δεν το είδαμε εκείνη την ώρα αλλά είναι σάπιο και καταχτυπημένο – περισσότερα παρακάτω.
·        Οι ακτίνες είναι σκουριασμένες και άθλιες.
·        Το μπροστινό δε δουλεύει καν.
·        Η αλυσίδα είναι σκουριασμένη κι έχει μαγκώσει παντού, κόψιμο με τον τροχό και πέταμα.
·        Το φρένο μπροστά δεν πιάνει καν.
·        Τα πιστόνια είναι σκουριασμένα (το είδαμε αργότερα) και γενικά η συντήρηση στο μοτέρ ήταν όλα αυτά τα χρόνια ανύπαρκτη.
·        Το ένα στοπ στο λαιμό έχει σπάσει με αποτέλεσμα το τιμόνι να γυρίζει τρελά μέχρι τέρμα και να βρίσκει στο ντεπόζιτο.
·        Η σέλα με το που την αγγίζεις διαλύεται, και εννοώ και το κάλυμμα και από κάτω.
·        Τα καρμπ προφανώς θέλουν σετ επισκευής και καθάρισμα.
·        Το μπροστά φτερό ήταν ένα σπασμένο κομμάτι πλαστικό από CB900F αν δεν κάνω λάθος που δεν ήταν βιδωμένο, αλλά απλά στριμωγμένο άτσαλα μέσα στο πιρούνι. Πέταμα.







Αυτά ήταν με μια πρώτη ματιά. Το μηχανάκι μοιράζεται. Ποιος θα κάνει τι. Μπαίνει σε καφάσια, σε κούτες, εδώ τα ηλεκτρικά, εκεί τα καρμπ κτλ κτλ. Περνάω το βράδυ με μια μπύρα κοιτώντας τα όργανα του 750 πάνω στο γραφείο μου και αναρωτιέμαι πως και πότε θα ξαναγράψει χιλιόμετρα.




 Έχουμε ελάχιστο Χρόνο και ελάχιστο Χρήμα γι’ αυτό που πάμε να κάνουμε.  Χώρο δεν έχουμε, ούτε καν. Από τα τρία Χ μας λείπουν και τα τρία. Εντάξει και το XL185s φτιάχτηκε στην πυλωτή και στο δωμάτιο μου, αλλά άλλο ένα μονοκύλινδρο ον-οφφάκι κι άλλο το 750. Ε, κι αύριο μέρα είναι.

Η βεράντα μου γέμισε ανταλλακτικά. Τρίψιμο, γιάλισμα, δοκιμές. Διαβρωτικό και διαλυτικό νίτρου παντού. Πηγαίνω πάνω κάτω στο σπίτι με την 4 σε 1 να στάζει, με τα καπάκια να τα βουρτσίσω στη μπανιέρα, και γενικά είναι σκηνές απείρου κάλλους.

Σύντομα πάμε και στο ντεπόζιτο. Πρώτα απ’ όλα να φύγει το παλιό χρώμα. Σκατά. Το διαβρωτικό είναι μια οικολογική μαλακία και δεν κάνει τίποτα, μόνο όταν βρίσκω ‘την Παλιά Συνταγή’ που δεν είναι οικολογικό αλλά είναι κάτι χημικό που ξεπετσιάζει ρινόκερο στα 300 μέτρα κάνουμε δουλειά. Το ντεπόζιτο έχει από κάτω 7 στρώσεις χρώμα. Ούτε ξέρω πόσες φορές το χουν βάψει. Αλλά δεν έχει μόνο χρώμα. Έχει και σιδερόστοκο. Πιο πολύ σιδερόστοκο απ΄ότι χρώμα. Τον βγάζουμε με το σβουράκι και μένουμε να κοιτάμε κάτι απίστευτες λακκούβες πάνω του. Η ιδέα μας για να αφήσουμε άβαφο το ντεπόζιτο, γυμνό μέταλλο δηλαδή έχει πάει άπατη.




Προβληματίζομαι στο τι να κάνω. Δε θέλω να το πετάξω. Οι λακκούβες είναι τέτοιες και σε τέτοια σημεία που δεν έρχονται με βεντούζες και άλλα κόλπα ζόρικα που κάνουν στην Ινδία. Στο μεταξύ η άλλη λύση που βρίσκω είναι να κοπεί το ντεπόζιτο στα δυο, να χτυπηθεί από μέσα για να ρθει, να ξαναραφτεί, να γίνει πλαστικοποίηση. Για να το κάνω αυτό χρειάζομαι χρήμα που δεν έχω, ή τουλάχιστον δεν περισσεύει.

Μιλάω με το Σπύρο το Λίτσα. Στείλ’το και θα στο φτιάξω εγώ. Του λέω είναι σε κακό χάλι, μου λέει είπα θα στο φτιάξω και θα στο φτιάξω, τέλος. Στέλνω το ντεπόζιτο. Ο Σπύρος δοκιμάζει να το φέρει και φρικάρει. Στα πλάγια, εκεί που έχει τις τρυπίτσες για να μπει το σηματάκι της Honda ‘καρφωτό’, το ντεπόζιτο έχει σαπίσει, κι έχει σαπίσει άσχημα. Μιλάμε για μεγάλα κομμάτια. Όταν βλέπω τις φωτογραφίες απελπίζομαι. Δεν ξαναγίνεται ντεπόζιτο αυτό το πράγμα. Το βάζει πείσμα. Ούτε ξέρω πόσες εργατοώρες και πόσο τσαμπουκά θέλει αυτό το πράγμα. Κάποια στιγμή είμαι στη δουλειά, με παίρνει τηλέφωνο κι ακούω να ωρύεται. ‘Ξέρεις γιατί;’ ‘Γιατί;’ του λέω. ‘Γιατί ΜΠΟΡΩ’. Και να δεις που μπόρεσε.  Έκοψε τα σάπια κομμάτια, έντυσε καθαρό μέταλλο, το κόλλησε, το έφερε όπως έπρεπε στις κούρμπες του, το πλαστικοποίησε.  Μου έστελνε φωτογραφίες από ένα καθαρό, καινούριο στην κυριολεξία ντεπόζιτο. Όχι άλλο, όχι αγοραστό, το ΔΙΚΟ ΤΗΣ το ντεπόζιτο. Του είπα με περίσσιο θράσος ότι είναι μαλάκας, απλά. Κανείς δεν κάθεται να κάνει αυτή τη δουλειά, σου λέει δε φτιάχνει και παίρνεις άλλο, τέλος. 

Τα χτυπήματα και η επισκευή...
























Εκεί πιστεύω είναι η φάση που πωρωθήκαμε όλοι με το μηχανάκι. Το μηχανάκι αυτό θα έβγαινε τέλειο, τελεία και παύλα. Κι όπως μπορούσαμε.

Έτσι άρχισαν να πέφτουν ιδέες στο τραπέζι και χοντρό ξενύχτι. Ο Μιχαήλος, ο Σπύρος, ο Χρήστος κι εγώ αρχίσαμε να έχουμε αϋπνίες. Να βγει ασημί. Να βγει καφέ και να γράφει πάνω Lobo Loco. Να βγει κόκκινο. Να βγει πράσινο. Να βγει σε γυμνό μέταλλο. Να γίνει café. Να γίνει brat. Να γίνει tracker. Να γίνει νταλίκα σπαστή, να γίνει τρίκυκλο, να γίνει ινδικό ταξί, δεν υπάρχει τίποτα που να μην έπεσε στο τραπέζι. Και δε μιλάω για απλές ιδέες. Μιλάω για πολύ λεπτομερή πλάνα, με τα γραφιστικά τους και όλα τα κόλπα, και την επόμενη στιγμή να πετάγονται στα άχρηστα.

‘Δείχνει άχρωμο’
‘Δείχνει στυλιζαρισμένο’
‘Δείχνει άδειο’
‘Δείχνει γύφτικο’
‘Δείχνει υπερβολικό’
‘Δείχνει κάπως’

Μερικέςαπ τις αρχικές ιδέες















Και ξανά απ’ την αρχή. Στο τέλος η παρανοϊκή ιδέα που επικράτησε ήταν το σκράμπλερ, για συγκεκριμένους λόγους. Σκέφτηκα κατ’ αρχήν που θα κυκλοφορούσε το μηχανάκι. Στην Κρήτη. Και προφανώς όχι στην βαρετή Εθνική αλλά στον επαρχιακό. Στον επαρχιακό της Κρήτης με τις φουρκέτες, τις λακκούβες και την κακή άσφαλτο το να κυκλοφοράς με ένα café με clip ons είναι για μένα η πεμπτουσία της μαλακίας. Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Τα χέρια σου θα σπάνε στα συνεχή σαμαράκια, το στενό τιμόνι θα κάνει τα πράγματα χειρότερα… όχι σε καμία περίπτωση.

Τιμονάρα λοιπόν. Μεγάλη και φαρδιά. Σέλα μεγάλη σε στυλ μπατσική, μονόσελο. Λάστιχα τρακτερωτά για πολύ καλύτερη πρόσφυση στο γλιστερό και για να πατάει και σε χωματόδρομο που έχουμε άπειρους εδώ. Τιμονάρα αγοράστηκε λοιπόν, επώνυμη και γκαγκάν και τοποθετήθηκε. Τη σέλα θα την έφτιαχνε ο φίλος μου ο Ηλίας ο Νταίρης γνωστός και ως Louie και μάγος με τα δέρματα. Λάστιχα βρέθηκαν χάρη στο Βασίλη τον Καραχάλιο του ΜΟΤΟ που μας τα έκανε δώρο, δυο καταπληκτικά TKC Continental



Στις ακτίνες επειδή την έχω ξαναπατήσει άσχημα, παράγγειλα ότι καλύτερο υπάρχει, χειροποίητες αγγλικές ανοξείδωτες. Κοστίζουν κάτι παραπάνω αλλά δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από τις σκουριασμένες και σάπιες ακτίνες πάνω στο μηχανάκι. 











Το χρώμα θα ήταν κάτι ανάμεσα σε πράσινο της ελιάς και στρατιωτικό πράσινο για να ταιριάζει όταν φεύγω στις στροφές και μπαίνω μέσα στα λιόφυτα.

Στο μεταξύ είχαμε πέσει στα βαθιά. Γιατί να γίνει το μηχανάκι σκράμπλερ, έπρεπε να αδυνατίσει. Πολύ. Η Miss Piggy έπρεπε να γίνει Twiggy. Ένα βήμα για να γίνει αυτό, πέρα απ’ το πέταμα του πίσω φτερού-φαναριού και των γνωστών υπόπτων ήταν να μπουν number plates στο πλάι – και μάλιστα με το νούμερο της χρονιάς κατασκευής της, ‘76’.

Πώς να μπουν όμως number plates που η χοντρούλα είχε από τη μια την θήκη της μπαταρίας πίσω από τα καπάκια της, κι απ’ την άλλη ένα δοχείο λαδιού τουλάχιστον 3 lt με το καπάκι του να βγαίνει μέσα από το πλαϊνό καπάκι της μοτοσυκλέτας; Γιατί το θέμα ήταν να στενέψει η σιλουέτα και να στενέψει πολύ, όχι να έχουμε δυο πομπέ plates που θα ήταν κι άσχημα.

Μόνη λύση να φτιαχτεί άλλο δοχείο λαδιού από το μηδέν, άλλη θήκη μπαταρίας από το μηδέν. Κι όχι μόνο να φτιαχτούν. Να μπουν και σε καινούριες βάσεις πάνω στο πλαίσιο. Και το δοχείο λαδιού να έχει και τάπα για να μπαίνει το λάδι και βάση για το μαρκούτσι που πάει το λάδι στο μοτέρ και βάση για το μαρκούτσι της επιστροφής. Η θήκη της μπαταρίας να έχει μεντεσεδάκι και πορτάκι για να ανοίγει. Και πρέπει να έχω και εύκολη πρόσβαση και στα δυο. Κι όλα αυτά να γίνουν από λευκό χαρτί και σε διαστάσεις που και να χωράνε και να χωνεύουν απόλυτα μέσα στο πλαίσιο ώστε τα plates να κολλάνε πάνω – κι αυτά με δικές τους βάσεις προφανώς.

Το κόψε – ράψε ήταν τρελό. Στην κυριολεξία. Ο Σπύρος έδωσε ρέστα, πραγματικά. Το τριγωνικό δοχείο λαδιού ταίριαξε στο χιλιοστό δίπλα στη μπαταρία και τα δυο τους μπήκαν πλάι πλάι τακτοποιημένα κι όμορφα. 











Τώρα λοιπόν ήταν σειρά για τη σέλα και τα number plates – και τα φτερά…

Ποια φτερά; Έλα που δεν είχαμε φτερά. Το μπροστά ήταν αυτό του 900 που πετάχτηκε, το πίσω ήταν εκείνο το κλασσικό της Honda που σε βάρος και μέγεθος είναι λίγο μεγαλύτερο από το σκέπαστρο καλατράβα κι εξάλλου είναι νίκελ. Θέλαμε λοιπόν ένα κοντό φτεράκι μπροστά κι ένα καλό πίσω που να είναι μεν κομψό αλλά να προστατεύει απ’ τις λάσπες. Κάθε τι που έμπαινε πάνω έπρεπε να κάνει τη δουλειά του. Μισώ πραγματικά οτιδήποτε δεν έχει λόγο ύπαρξης πάνω στο μηχανάκι. Διακοσμητικές παπαριές. Μ’ αρέσει να βλέπω κάτι λιτό και λειτουργικό.

‘Α, έχω δυο φτερά από ένα παλιό Guzzi. Θα δω αν γίνεται τίποτα μ’ αυτά.’

Τα φτερά απ’ το Guzzi ήρθαν κουτί χωρίς να χρειαστούν πολλά πολλά. Βέβαια ήθελαν σχετικό κόψε ράψε… και τώρα έχουμε και δαχτυλιδάκια από κάτω για να περάσει το καλώδιο του κωλοφάναρου και μη φαίνεται πουθενά.

Το μπροστινό φτερό όμως για να μπει ήθελε βάσεις. Που δεν υπήρχαν. Και που φτιάχτηκαν κι αυτές φυσικά από το μηδέν. Μαζί μ αυτά επισκευάστηκε και το σπασμένο στοπ του τιμονιού – φτιαγμένο απ’ την αρχή κι αυτό. 










Και το πίσω φτερό έπρεπε να πιάσει κάπως. Αφού το πλαίσιο πλέον πίσω είχε ενωθεί με κούρμπα, το φτερό έπρεπε να πιάσει εκεί πάνω και να πιάσει γερά γιατί θα έτρωγε και κοπάνημα.

Αλλά τι να βάλουμε;

‘Λοιπόν έχω κάτι εξαρτήματα από ταχύπλοο. Θα δεις, έχω μια ιδέα’.










Κι έτσι φτιάχτηκε. Το δέσιμο του πίσω φτερού για μένα είναι κόσμημα, από τα ομορφότερα σημεία στο μηχανάκι.

Ωραία έχουμε φτερά πάμε για σέλλα. Χειροποίητη κι αυτή κι απ το μηδέν τι άλλο; Και τα χουμε ξηλώσει όλα κάτω απ’ τη σέλα για να μπουν το custom κουτάκι της μπαταρίας και το δοχείο λαδιού οπότε θέλουμε και βάσεις και όλα. Πρέπει λοιπόν να φτιάξουμε μια βάση για τη σέλα και μετά να κάνει τα μαγικά του κι ο Ηλίας.












Αλλά αφού θα κάνουμε μονόσελο, γιατί να μη βάλουμε και πίσω ένα σχαράκι να δένουμε δυο πράγματα όταν θέλουμε; Χμμ… και γιατί σχαράκι και όχι μια μικρή εργαλειοθήκη που να ανοίγει εύκολα και χουμε μέσα ότι χρειαζόμαστε;

Και γιατί όχι και τα δυο; Ένα μικρό σχαράκι που πάνω του θα κάθεται μια μικρή αφαιρούμενη εργαλειοθήκη. Όποτε θέλεις αφήνεις μόνο το σχαράκι και πιάνεις πάνω πράγματα, κι όποτε θες έχεις πάνω την εργαλειοθήκη.

Και που θα βρούμε σχαράκι; Θα το φτιάξουμε ρε φίλε.

Και εργαλειοθήκη; Ε, θα τη φτιάξουμε ρε φίλε…

Το σχαράκι λοιπόν άρχισε να φτιάχνεται απ’ το Σπύρο απ’ το μηδέν. Υπόψιν όλα αυτά γίνονται με εργαλεία της πλάκας μη φανταστείτε τίποτα τόρνους, ούτε καν κουρμπαδόρο… Το σχαράκι έγινε απλά πανέμορφο, στο toolbox όμως κυριολεκτικά ξεσάλωσε. Είναι ότι πιο όμορφο έχει μπει πάνω.























Μετά τηλέφωνο στον Ηλία, στην Καρδίτσα. Φίλε μου ήρθε η ώρα σου (μουχαχα). Κάνε τα κόλπα σου. Και τα έκανε.

‘Πως τη σκέφτεσαι τη σέλα; Μπακλαβά;’
‘Ούτε μπακλαβά, ούτε φρατζόλα, πολύ συνηθισμένο, βρωμάει ο κόσμος. Τη σκέφτομαι πιο πολύ σα γάντι του baseball.’
‘Οκ, το ‘χω. Και το toolbox;’
‘Στο toolbox πάνω θέλω να κάνεις πυρογραφία τον πόντικα του Daddy Roth που τον λατρεύω. Κι από κάτω να γράφει Monster Scrambler, καλή πυρογραφία.’
‘Οκ, το φτιάχνω και στο στέλνω.’














Ρε συ όργανα έχουμε; Δεν έχουμε. Τα δικά του είναι σαν του Big Ben, όμορφα βέβαια, αλλά θα ‘βαρύνουν’ πολύ οπτικά. Θέλω να βλέπω κάτι minimal όταν οδηγάω όχι πολλά πολλά. Εκεί σκοτωθήκαμε με το Σπύρο. Εγώ ήθελα λαμάκι. ‘Εγώ λαμάκια δε βάζω’. ‘Να πα να @#$ηθείς’ ‘ΔΕΝ ΒΑΖΩ ΛΑΜΑΚΙ’

Και τελικά βρήκαμε μια συμβιβαστική λύση. Αυτή του Σπύρου. Δεν έβαλε λαμάκι αλλά έκατσε κι έφτιαξε το κωλόπαιδο, και το λέω με όλη τη σημασία της λέξης μια χειροποίητη βάση οργάνων… τι να πω, μιλάνε οι φωτογραφίες…


















Μαζί μας έβαλε κι ένα φαναράκι Lucas τελείως vintage φάση για δώρο. Και φυσικά επειδή δεν υπήρχε βάση του φαναριού έφτιαξε για πλάκα μια χειροποίητη και την έβαλε πάνω. Ταυτόχρονα έγινε και service στο μπροστινό ώστε να δουλεύει άψογα. 










Και πάμε στα number plates. Άλλος πόλεμος εκεί. Να γίνουν plexiglass. Να μη γίνουν plexiglass. Να γίνουν μέταλλο αλλά με κομμένο το 76 ώστε να φαίνεται πίσω η δουλειά που έχει γίνει στα κάστομ κομμάτια. Να γίνουν διάτρητα. Να γίνουν από ελεφαντόδοντο και να ντυθούν με πουτσόδερμα γαλάζιας φάλαινας. ΕΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΓΑΜΗΣΑΜΕ ΜΕ ΤΑ ΝUMBER PLATES. Αλλά όταν τα είδαμε τελειωμένα…












Λοιπόν, τι ξεχάσαμε; Α ναι. Μοτέρ. Κι έλεγα τι έχω αφήσει…

Για το μοτέρ ‘τα μόνα’ που χρειαστήκαμε ήταν:

·        Φλάντζες κυλινδροκεφαλής
·        Πιστόνια
·        Ελατήρια
·        Πείρους
·        Ασφάλειες
·        Καδένα εκκεντροφόρου και ράουλα
·        Πλατίνες
·        Πυκνωτές
·        Φλάντζες κάρτερ
·        Τσιμούχες μοτέρ
·        Τσιμούχες βαλβίδων
·        Δίσκους αμπραγιάζ
·        Ελατήρια αμπραγιάζ
·        Καδένες κίνησης στροφάλου και ράουλα
·        Καπάκι αριστερού βολάν
·        Σετ επισκευής καρμπυρατέρ

και κάτι άλλα ψιλά που σίγουρα δε θυμάμαι…  

Μετά λοιπόν από δυο χρόνια – πότε πέρασαν… - το μοτέρ μπήκε επιτέλους πάνω. Θέλαμε και ψιλά. Γκαζιέρες, ντίζες, και τα ρέστα. Τα βολέψαμε. Ο λόγος που πήρε τόσο καιρό ήταν και ο σχεδιασμός του που μας παίδεψε, και τα κάστομ εξαρτήματα που θέλουν και υπομονή και όρεξη για να γίνουν. Τίποτα δεν έγινε αρπακολλατζίδικα. Επίσης δεν υπήρχε μια. Με την οικονομική κατάσταση όπως είναι το μηχανάκι φτιάχτηκε με ελάχιστα χρήματα και χωρίς τη βοήθεια του Σπύρου δε θα είχε γίνει ποτέ.

Δε νομίζω ότι μπορεί να βγει από συνεργείο τέτοιο πράγμα με την έννοια ότι κανείς μάστορας δεν πρόκειται να φάει τόσες πολλές ώρες πάνω του, κι αν το κάνει δεν μπορείς να τον πληρώσεις για τόση δουλειά και τέτοια δουλειά. Ούτε ξέρω πόσα Σαββατοκύριακα φάγαμε όλοι, που ήταν τα μόνα που θα 'ξεκουραζόμαστε' και πηγαίναμε στο Ρέθυμνο πρωί πρωί για υαλοβολές ή για να φτιάξουμε κάτι ή για να βάψουμε κάτι. Έχω κάπου και μια φωτογραφία που είναι ο Σπύρος με το Γιάννη τον Αμπατζή και τα παιδιά του στην αυλή και κάθεται και φτιάχνει τα φτερά στο χέρι να τα φέρει εκεί που θέλει. Πληρώνεται αυτό; Κι όταν με ρωτάνε πόσο μου κόστισε το μηχανάκι τι να πω; Με τη ζωή σου το ανταλλάζεις όχι με φράγκα. Του δίνεις ζωή να σου δώσει άλλη τόση. Έτσι πάει.

Και βοήθησαν κι άλλοι πολλοί αλλά πάμε ένα ένα…













Μπήκε το μοτέρ πάνω. Οκ. Τι δεν έχουμε; Παταράκια. Χμ… τα μαμά είναι άσχημα πλέον πάνω του, πολύ χοντρά και ασουλούπωτα. Χώρια που είναι σε κακή κατάσταση. Οπότε;

‘Θα σου φτιάξω εγώ παταράκια’. Τάδε έφη Vass Works.
‘Χειροποίητα;’
‘Ναι εννοείται. Πως τα χεις σκεφτεί;’
‘Εντουράδικα σχεδόν. Άβαφο αλουμίνιο.’
‘Ανοξείδωτα θα τα κάνουμε. Άσε με να το σκεφτώ και σου στέλνω ιδέες.’

Ότι και να πω είναι λίγο. Και για το τι άνθρωπος είναι, και για τη δουλειά του. Θα αφήσω να μιλήσουν οι φωτό.









Τι άλλο… Χοάνες για τα καρμπ. Ο φίλος Μιχάλης μας έσωσε. ‘Έχω ένα γνωστό και μπορεί να σου φτιάξει, χειροποίητες’.  Μ΄ένα ευχαριστώ.


-Τι σου λειπει για το 750 ακομα;
-Ταπα βενζινας. Δηλαδη οχι ταπα, το κουμπωμα της. Δεν μπορω να παρω απο ebay γιατι εχει κλεισει το paypal κι ειναι και πανακριβο.
- Στειλε μου αν μπορεις ενα δειγμα και θα σου φτιαξω εγω ενα κουμπωμα.
- Πως, απ το μηδεν;
- Απ το μηδεν. Θα το κανω μπρουτζο αγυάλιστο, να εχει αυτο το vintage look, να φαινεται και χειροποιητο. Ελατήριο έχεις; Αξονάκι;
- Όχι

- Θα στα φτιάξω κι αυτά.

Κοσμήματα απ' τον Vass...











Είναι απίστευτο πόσοι έχουν δουλέψει πάνω σ’ αυτό το μηχανάκι. Ο μηχανικός μου ο Γιάννης ο Ρουσάκης, ο Σπύρος ο Λίτσας, ο Μιχαήλος ο Νάθενας, ο Vass, ο Μιχάλης ο Πιρπiλιδης, ο Ηλίας, ο Δημήτρης που με ανέχτηκε με τα αυτοκόλλητα και έφτιαξε τα εκπληκτικά Fuck Stock Bikes σμαλτάκια στο πλάι, ο Χρήστος ο Κωστάκης που βοήθησε με χίλιους τρόπους, με γνώσεις, με ανταλλακτικά που δεν είχα… ο άνθρωπος έβγαζε από το μηχανάκι του και μου έστελνε. Το βάψιμο είναι του Γιάννη του Αμπατζή που έχει μαζί του τον άγιο Παχούμιο προστάτη του πιστολόστοκου.... και ζωγράφισε πραγματικά. 

Δεν πληρώνεται αυτό. Δεν αγοράζεται, δεν πωλείται. Τέλος.

Τώρα έχουμε φτάσει στο αμήν… Εξάτμιση έχουμε τελικό 4 σε 1, θέλουμε να λύσουμε ένα δυο γρίφους ακόμα κι αν όλα πάνε καλά σύντομα στο δρόμο… οπότε θα συνεχίσει και αυτό το ποστ. Για ότι θέλετε ευχαρίστως αν ξέρω. Επίσης είναι πολλά που δεν έβαλα ακόμα, οπότε θα το εμπλουτίζω εν καιρώ…




Πρώτη φορά στο δρόμο...


























Και για κλείσιμο - το μηχανάκι έχει μέχρι τώρα τα παρακάτω χειροποίητα εξαρτήματα:

• Βάση φαναριού
• Γέφυρα μπροστινού
• Βάση σέλας
• Κουτί εργαλείων
• Σχαράκι πίσω
• Number plates
• Δοχείο λαδιού 3lt
• Βάση μπαταρίας με πορτάκι
• Βάση οργάνων και μίζας
• Στοπ λαιμού
• Βάσεις φλας
• Βάσεις μπροστά φτερού
• Στήριγμα πίσω φτερού
• Πίσω στήριγμα ρεζερβουάρ
• Παταράκια
• Χοάνες

και ότι άλλο ξεχνάω... συνεχίζεται.

Ridin' down the highway
Goin' to a show
Stop in all the by-ways
Playin' rock 'n' roll
Gettin' robbed
Gettin' stoned
Gettin' beat up
Broken boned
Gettin' had
Gettin' took
I tell you folks
It's harder than it looks
It's a long way to the top

If you wanna rock 'n' roll