Και την κοιτάει πλάγια όπως κάθεται στο θρανίο κι αυτή δυο θρανία πιο πέρα. Δήθεν κοιτάει για τη γόμα του.
Αυτή του δίνει τη δικιά της χωρίς να μιλήσει. Τα άλλα αγόρια τον κοιτάνε. Συναγερμός. Τι δουλειά έχει με τα κορίτσια; Δεν τα παίζουμε τα κορίτσια. Αυτός κοιτάει τη γόμα με αποδοκιμασία. Ροζ, φαρδιά, καθαρή με ένα αλογάκι πάνω. Η δικιά του είναι μια μικρή λερωμένη άσπρη που πιο πολύ πλέον λερώνει παρά σβήνει.
8 χρονών έρωτας. Βαθύς κι αληθινός και αμετάκλητος και θανατηφόρος. Αυτός που δεν έχει 'αλλά'. Αυτός που σου πίνει το αίμα. Αυτός που σε σκουντάει το πρωί να σηκωθείς και που μένει ξύπνιος το βράδυ.
Του πέφτει το μολύβι.Του έχουν λυθεί τα παπούτσια. Δε βρίσκει την εργασία. Του ρίχνει μια πλάγια ματιά με το μαλλί να πέφτει και χάνει και το βιβλίο του. Τα αγόρια είναι πάντα πιο ανοργάνωτα στον έρωτα. Αυτη δεν χάνει τίποτα, τα έχει όλα στην κασετίνα. Ξέρει που είναι το κάθε τι, μόνο που κοκκινίζει από τις ρίζες των αυτιών μέχρι τα μάγουλα τόσο που νομίζεις ότι βλέπεις ένα κοριτσάκι παστέλ, σαν σε παλιό κάδρο.
Στο διάλλειμα δε μιλάνε. Απαπα. Στις κοινωνικά αποδεκτές συναναστροφές λιώνουν και τα δυο σαν τα σοκολατάκια.
'Πάρε'
'Σοκολατάκια;'
'Ειναι η γιορτή μου.'
'Α.... χρόνια πολλά...'
Σ' αυτήν έδωσε το πρώτο. Ελπίζει να μην του πέσουν και τα σοκολατάκια γιατί το παντελόνι του του πέφτει λίγο. Γιατί να μη φοράει σήμερα την μπλε μπλούζα του την καλή; Αυτή η μάνα του πια.
Αυτή το βάζει στην άκρη. Για μετά. Δίπλα στην κασετίνα της. Ανοίγει το τετράδιο της που έχει κάνει μια ζωγραφιά για να τη δει. Δυο κρινάκια.
Την άλλη μέρα λείπει. Και την επόμενη. Αρρώστησε.
Απουσίες το πρωί. Ποιός λείπει; Η Άννα.
'Πότε θα ρθει κύριε;'
Του ξέφυγε. Αλλιώς έχει πολύ θάρρος. Όλοι τον κοιτάνε.
'Μου έχει πάρει ένα βιβλίο...'
Δεν το σώζεις, άστο.
Ο χρόνος που περνάει μας έχει αφήσει δυο τρόπους να γυρνάμε πίσω. Στο φόβο και στον έρωτα ξαναγίνεσαι ο πιτσιρικάς στο θρανίο. Σαν να πέφτεις σε πηγάδι και να μη μεγάλωσες στιγμή. Και τα δυο σε χτυπάνε κατευθείαν στην καρδιά. Εκεί που νόμιζες ότι είσαι άλλος.
'Πότε θα ρθει;'
Καλημέρα
disable copy
!->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Book. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Book. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012
Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012
Απογείωση
'Φοβάσαι;'
Τα πιτσιρίκια κοιτάνε γύρω τους καταλαβαίνοντας τον πνιγμένο φόβο των μεγάλων.
'Δεν έχεις ξαναπετάξει;'
Ναι, έχω. Οδηγάω μοτοσυκλέτα. Τίποτα δεν την πλησιάζει. Είσαι λίγο πάνω απ' το δρόμο, σε χτυπάει ο αέρας στο πρόσωπο, κι αν κοιτάς ευθεία μπροστά σου, πάνω απ' τα κοντέρ και το τιμόνι είναι σα να πετάς.
Ναι έχεις ξαναπετάξει.
Κι όταν σε είχε φιλήσει είχες πετάξει. Εκεί στη γωνία πίσω απ' το σχολείο. Το φτερούγισμα. Θυμάσαι το φτερούγισμα;
'Φοβάσαι;'
Πάντα η ίδια ερώτηση στην απογείωση. Και το ίδιο νευρικό γελάκι.
'Όχι'
Τα χέρια όμως σφίγγουν ασυναίσθητα τα μπράτσα του καθίσματος. Τα χέρια τότε, πίσω απ' το σχολείο είχαν πάει καθησυχαστικά στα μαλλιά της.
Τα χέρια δε λένε ψέμματα. Το στόμα και τα μάτια μόνο.
'Τι φοβάσαι; Βλάκα...'
Ποτέ δεν την ελέγχεις την απογείωση. Οι πιο όμορφες έρχονται όταν δεν τις περιμένεις - άλλες φορές πάλι τις προκαλείς. Κλείνεις τα μάτια, γέρνεις το κεφάλι πίσω, οι φωνές γίνονται θολές, τα σχήματα μέσα απ' τα μισόκλειστα βλέφαρα είναι συγκεχυμένα και - απογείωση.
Καμιά φορά κρατάς και την ανάσα, νιώθεις να αδειάζει το στομάχι, να πιέζεται το στήθος, ένα στέγνωμα στο λαιμό και - κρίμα... τέλειωσε.
Αυτό είναι το χειρότερο, ότι τελειώνουν πάνω που αφήνεσαι.
'Φοβάσαι;'
'Όχι..'
'Έλα.. τι φοβάσαι; Βλάκα...'
Χέρια σφιγμένα στα μπράτσα
'τι φοβάσαι;'
'φοβάμαι να πετάξω, με φοβίζει η απογείωση'
'εμένα με φοβίζει να μείνω στη γη'
Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012
Τιποτα
Tι
εχεις να κανεις σημερα;
Τιποτα.
Τρομερή λεξη. Λες και νυχοπαταει με μικρα βηματακια να μην
αφησει ηχο καν.
Τι-πο-τα.
Και τι θα κανεις;
Πιανεις ένα βιβλιο που το χεις αφησει ουτε θυμασαι από ποτε.
Παντα με μια κρυμμενη ενοχη στην τσακιση της σελιδας. Τοσος κοσμος μεσα,
χαρακτηρες, εικονες, αραδες, κι όλα σταματησαν και περιμεναν στο κομοδινο ποτε
θα το ξαναπιασεις. Και πασχιζεις με τις πρωτες γραμμες παλι να τους ξαναφερεις
ολους στο μυαλο σου, λες κι ηταν ενας θιασος που μαρμαρωσε και περιμενε να ξανασηκωσεις
την αυλαια.
Τιποτα δεν εχω να κανω σημερα.
Κοιταω εξω απ το παραθυρο. Χρωματα και κοσμο κι αυτοκινητα
και – λιγο – ουρανο. Θα ηταν ωραιο το χουζουρεμα στο κρεβατι αλλα αυτό εχει
πλακα μονο όταν εχεις κατι να κανεις και του κλεβεις. 5 λεπτα ακομα. Δυο λεπτα
ακομα. Και περνανε γρηγορα αλλα είναι απολαυση – αν δεν εχεις κατι, αν δεν εχει
τη γλυκα της κλεψιας, δεν εχει πλακα.
Να τακτοποιησω; Μπα. Ακουμπας πισω και κλεινεις τα ματια. Οι
ηρωες του βιβλιου εχουν βγει στην επιφανεια και σου τραβανε το μανικι – ελα ρε,
γινεται καλυτερο παρακατω, διαβασε άλλη μια σελιδα.
Μπα.
Σκεφτεσαι φιλους απ το δημοτικο. Σου κολλαει ένα τραγουδάκι
και αρχιζεις να το μουρμουρίζεις. Θα ρθει βραδυ και δε θα χεις κανει τιποτα.
Αμφιβαλλω αν
υπαρχει πιο τρομακτικη λεξη και πιο απαισιο ψεμα.
‘Τι κρατάς εκεί;’
‘Τιποτα’
‘Τι
σκεφτεσαι;΄’
‘Τιποτα.’
‘Τι έχεις;’
‘Τίποτα’.
Αν όλα αυτά
τα τιποτα αποδεικνύονταν κάτι θα είχε αλλάξει ο κόσμος ε;
Εχει και
ωραιο ‘τιποτα’, εκεινο το παιδικο, το Κυριακατικο, αυτό που λεγεται με μεγαλα
κιτρινα γυαλιστερα γράμματα.
‘Σήμερα δεν
έχουμε ΤΙΠΟΤΑ’
Επιτέλους
ΤΙΠΟΤΑ!
Θα στο
αντιγυρισει το βραδυ η μαμα δειχνοντας σου κανενα βιβλιο ‘Σημερα δεν εχεις
κανει ΤΙΠΟΤΑ!’
Αυτό είναι
τίποτα; Αν αυτό είναι τίποτα να το κανω κάθε μερα…
Και τα ένοχα
τίποτα, σαν τα παραπάνω.
‘Τι κάνεις
εκεί;’
‘Τίποτα.’
Από τα βασικα
προβλήματα με το τίποτα είναι ότι πολλοι νομιζουν ότι κανουν κάτι, πειθουν και
τους υπολοιπους, κι ολοι μαζι δεν κανουν τιποτα και είναι ευτυχισμενοι.
Γι’ αυτό
υπαρχει και η βρισια ‘τιποτένιος’.
Και το
καλυτερο μου.
‘Τι
σκέφτεσαι;’
‘Τιποτα…’
‘Και γιατί
χαμογελάς;’
Καλημερα
Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012
Κλεφτά
‘Πάμε μια βόλτα;’
Στα κλεφτά. Με λίγη βενζίνη. Με ότι έχουμε. Με ένα λίτρο
βενζίνη και 10 λίτρα
ψυχή. Ζούμε στα κλεφτά.
Κάτσε να
στείλω ένα μήνυμα. Στα κλεφτά. Η πραγματική ζωή αφήνεται στα χέρια των έμπειρων
κλεφτών. Λίγο να πάρουμε κι από δω κι από κει. Τώρα που δεν κοιτάνε.
10 λεπτάκια να παίξω κάτι που θέλω στην κιθάρα. Κάτσε λίγο….
‘Μα τι κάνεις τόση ώρα;’
‘Τώρα έρχομαι’
Κλέβουμε ζωή. Σαν το ζητιάνο του Καζαντζάκη, καθόμαστε στη
γωνία του δρόμου και παρακαλάμε, ‘ένα λεπτό δώσε μου ακόμα, ένα’.
Το επείγον δεν αφήνει ποτέ χρόνο για το σημαντικό. Το
σημαντικό το κλέβουμε. Νύχτα, ξημερώματα, όποτε μπορούμε.
‘Δε θα ρθεις να κοιμηθείς;’
‘Τώρα έρχομαι.’
‘Ακόμα δεν κοιμήθηκες;’
‘Δε νυστάζω.’
Κλέφτες, με το ένα μάτι πάντα ανοιχτό. ‘Πάμε την Κυριακή; Θα
ρθεις;’ ‘Θα ξεκλέψω λίγο χρόνο να ρθω.’
Θα ξεκλέψω χρόνο να σου μιλήσω. Θα ξεκλέψω χρόνο να σε
φιλήσω. Κλεφτά και κρυφά.
Φτου και βγαίνω.
Δε θα μας βρει κανείς εδώ. Σςςςς. Σε λίγο θα πάμε.
Μας είδανε;
Δε μας είδανε.
Κλέφτες πιτσιρικάδες. ‘Την πρώτη ώρα κάναμε κοπάνα ρε’.
Κλέφτες πρωινοί. ‘Πήγα 10 λεπτά πιο αργά.’ Κλέφτες κι αστυνόμος ο χρόνος.
Που λεφτά που χρόνος ρε;
Κλέψε λίγο ζωή.
Ξεγέλασε τη μια φορά και κλέψε.
Ούτως ή άλλως σ’ αυτό τον τζόγο δεν κερδίζεις.
Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012
O αέρας στο στενό
Γεννήθηκα μεγάλος, θυμάμαι… Ποτέ δε με τραβούσαν τα
γυαλιστερά κίτρινα χρώματα των πλαστικών παιχνιδιών ή τα κουρδιστά κατακόκκινα
αυτοκίνητα παραταγμένα στις βιτρίνες.
Ένιωθα να είμαι πιο κοντά σε αντικείμενα και τοπία που ήταν
δεμένα, ντυμένα με μια αίσθηση του χρόνου που περνάει. Μου άρεσε ένας ψηλός
πέτρινος τοίχος κοντά στο σπίτι της γιαγιάς μου, με τα χόρτα να σκάνε στις
χαραμάδες του, με ονόματα γραμμένα πάνω με κιμωλία, με πέτρες σπασμένες που
άντεχαν ακόμα. Ακουμπούσες θυμάμαι το χέρι, έστω παιδικό, κι ένιωθες το χρόνο
να κυλάει απαλά πάνω του σα ρεύμα. Ή μήπως τα παιδικά χέρια είναι πιο
ευαίσθητα;
Καμιά φορά που φυσούσε έκλεινα τα μάτια. Σούρουπο, στενό το
δρομάκι, κι ο αέρας εκεί ποτέ δεν είναι ζεστός. Κοντό παντελονάκι να ανεμίζει,
και σηκώνοντας ελαφρά τα δάχτυλα του ποδιού τον ένιωθες να γλιστράει ανάμεσα
στις πατούσες και το πέδιλο. Και το ένα χέρι το ακουμπούσα στον τοίχο, και τότε
όλα, η γειτονιά, οι φωνές της γειτόνισσας, οι βαθμοί μου στο σχολείο, η Νίκη
που ούτε σήμερα με κοίταξε, η μπάλα ποδοσφαίρου που μου σκίστηκε, όλα ήταν
εφήμερα, όλα.
Μόνο ο τοίχος ήταν εκεί, πριν έρθουν όλα αυτά. Σαν να υπήρχε
πάντα και να σχηματίστηκε γύρω του σιγά σιγά η γειτονιά. Η κυρία Στάσα που
είναι πολύ γριά θα ήρθε πρώτη και θα έμεινε απέναντι του, και μετά θα άνοιξε ο
ράφτης στη γωνία. Τα χαμόσπιτα αραδιάστηκαν κι ακούμπησαν πλάτη πάνω του στη
σειρά και το καφενείο με τους μερακλήδες με τα μουστάκια που κοπάναγαν τα
ποτηράκια τη ρακή ήρθε στο τέλος. Κι όταν έλα έφευγαν, όταν στην αυλή της
κυρίας Στάσας θα είχε μόνο ξεβαμμένες ορτανσίες, όταν ο ράφτης μάζευε τις
κιμωλίες του κι έφευγε, όταν οι μερακλήδες μιλούσαν για τα πόδια που πονάνε κι
αυτούς που έφυγαν, ο τοίχος θα ήταν εκεί. Με σημάδια από έρωτες που κράτησαν ή
έσβησαν πάνω του. Στέλιος + Μαρία.
Πάντα αναρωτιέσαι όταν τα βλέπεις ε;
Στέλιος και Μαρία.
Άντεξαν;
Κι ο τοίχος εκεί. Το χέρι μου ακουμπισμένο και τα μάτια
κλειστά κι η στιγμή να γίνεται αιώνας κι η ψυχή σου κάνει ησυχία για ν’
ακούσει. Κι όλα είναι εφήμερα.
Είχα πάρει μια πέτρα θυμάμαι, ένα κομμάτι του και την είχα
κάτω απ’ το μαξιλάρι. Το δικό μου κομμάτι αιωνιότητας. Λίγο πλακουτσωτή με μια
μικρή χαρακιά και λίγη γαλάζια μπογιά στη μυτούλα, μάλλον από κάποιο παλιό
σύνθημα.
Μ’ άρεσε γιατί ήταν μοναδική. Κανείς άλλος δεν είχε πέτρα
σαν τη δική μου. Μια φορά που μιλούσαμε στην τάξη για τα διαμάντια, την είχα
στην τσέπη μου και την έδειξα και είπα ότι κι αυτή είναι μοναδική. Ο δάσκαλος
με κοίταξε έχοντας χάσει κάθε ελπίδα και μου είπε ότι τα διαμάντια είναι
πολύτιμα γιατί είναι σπάνια. Όταν επέμεινα ότι και η πέτρα μου είναι σπάνια κι
ότι δεν υπάρχει άλλη τέτοια μου είπε ανεβάζοντας τη φωνή ότι διαμάντια όμως δεν
μπορεί να έχει ο καθένας.
Τότε κατάλαβα ότι η ευχαρίστηση του διαμαντιού ήταν όχι ότι
ήταν κάτι πολύτιμο αλλά ότι δεν μπορούσε να το έχει κάποιος άλλος. Δε μίλησα
αλλά φύλαξα την πέτρα ξανά στην τσέπη.
Την επόμενη φορά που ήμουν στο ίδιο σημείο, που φυσούσε ο
ίδιος φθινοπωρινός αέρας – σε κείνο το στενό πάντα φθινόπωρο είναι – σκέφτηκα
ότι όσο φυσάει, όσο όλα είναι εφήμερα, τόσο πιο απεγνωσμένα προσπαθούν όλοι να
κρατηθούν από πράγματα που δεν τα έχουν άλλοι. Από πράγματα βαριά, σκαλιστά,
εντυπωσιακά, από αυτοκίνητα, από έπιπλα, από όπου μπορούν.
Και το μόνο που ήθελα όσο νύχτωνε ήταν να γράψω κάτι στον
τοίχο. Δεν θα έμενε, τίποτα δε θα έμενε. Αλλά ο επόμενος που θα περνούσε, αν
είχε τα μάτια μου θα είχε κάτι να διαβάσει όσο τον παράσερνε κι αυτόν ο αέρας.
Κάτι που θα τον έκανε να χαμογελάσει, κάτι που θα τον έκανε να ανησυχεί
λιγότερο. Ένα ποίημα ή μια ζωγραφιά ή δυο αράδες. Κάτι που όταν το δει θα πει
‘κατάλαβα’ και θα κάνει ένα νεύμα. Ένα νόημα γραμμένο με κιμωλία που θα περάσει
και στον επόμενο και ίσως και στον επόμενο και στον επόμενο.
Ένας μίτος της Αριάδνης σ’ αυτό τον κόσμο το στενό που όλα
είναι εφήμερα. Με την πέτρα στην τσέπη και το χέρι ακουμπισμένο στον τοίχο
ακόμα αφουγκράζομαι κι ακόμα όταν κλείσω τα μάτια πολλές φορές ξυπνάω εκεί.
Κι όποιος καταλαβαίνει, βλέπει. Γιατί γι’ αυτό γράφω, για το
σημάδι που για λίγο θα θυμίζει ότι και κάποιος άλλος ήταν εκεί κι αυτός ένιωθε
έτσι.Τι άλλο έχει σημασία;
Μόνο που νιώθω λίγο κουρασμένος. Κι αυτός ο αέρας πάντα φθινοπωρινός. Και διάλλειμα δεν κάνει για κανένα.
Κυριακή 26 Αυγούστου 2012
Γυρισμός
Απ το λιμανι στο νησακι και πισω.
Καραβακια μικρα, φορτωμενα. Ανθρωπακια με σκοτουρες, με
εννοιες, με μισοτελειωμενα ερωτηματα, με ζαρωμενα μπλουζακια και πεδιλα.
Περα δωθε. Πως ήτανε;
Ε ξεκουραστηκαμε.
Και με το που θα αγγιξεις το πομολο του σπιτιου η ξεκουραση
την κανει απ το παραθυρο.
την κανει απ το παραθυρο.
Η κουραση ποτε.
Κοιτα, καλες δε βγηκαν οι φωτογραφιες;
Και ο ηχος της θαλασσας.
Να, εδώ ειμαστε στο κυμα διπλα.
Και το μυαλο να γυριζει. Στο μισο σου που αφησες πισω
σου. Και που ακομα καθεται κει στο δωματιακι και ψαχνει να βρει ακρη για όταν
γυρισεις. Πισω το μυαλο σου και μετα μπροστα.
Κι όταν γυρισουμε πρεπει να….
Κι όταν γυρισουμε να θυμασαι το…
Και πριν να φυγουμε καλα που ειπαμε…
Μπρος πισω κι αυτό σαν το καραβακι.
Γεματο κι αυτό με κουρασμενα ονειρα που σερνουν τα βηματα
τους στο καταστρωμα, σ’ αυτό το συνεχες μπρος πισω.
Και κλεινεις τα ματια ελπιζοντας ο διακοπτης να κανει λιγο off. Να σταματησει αυτό το
δρομολογιο, απ το νησακι στο λιμανι κι απ το παρελθον στο μελλον.
Μερικες φορες νιωθεις κι εσυ επιβατης μονο, με
ακουμπισμενους τους αγκωνες και το πηγουνι να κοιτας τις θάλασσες σου κι όλα να μυριζουν αλμυρα
και σιδερο.
Επιβατης.
Κοιτας που νυχτωνει, μια μερα διακοπες λιγοτερες και το μυαλο εκει, στη ροτα του.
Επιβατης.
Κοιτας που νυχτωνει, μια μερα διακοπες λιγοτερες και το μυαλο εκει, στη ροτα του.
Και προσπαθεις να πεισεις τα ονειρα σου ότι μπορει μια μερα
η ροτα ν αλλαξει και να δεις ανοιχτη θαλασσα, να φυγει απ το μονοπατι. Τους
ψιθυριζεις να μη φυγουν, όχι τωρα που είναι και διακοπες.
Δεν είναι τοσο ασχημα, τουλαχιστον ακους τον ηχο των
κυματων.
Κοιτας ψηλα, σε ουρανο πιο καθαρο απ το συνηθισμενο σου.
Κλεινεις τα ματια λιγο ακομα.
Ο μπουσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;
--
Aφιερωμενο
στα ονειρα που γυρισαν απ τις διακοπες και επιβιωνουν, με δυο τραγουδια
συντροφια στο ταξιδακι. Αναλόγως τα γούστα...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)