disable copy

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Μπαμ

Σαν τα παλιά τα δίχρονα. Μπαμ. Εκει που δεν το περιμενεις, σουζα λαμπάδα, κι ο τροχός να σημαδεύει τον αέρα.

Μ' αρέσουν αυτοί οι χαρακτήρες. Δε μ΄' αρέσουν οι προβλεψιμοι τετράχρονοι νερόβραστοι ούτε σε μηχανακια, ουτε σε φιλοσοφια, ουτε σε διάγραμμα δυναμόμετρου, ούτε σε ανθρωπους.

Μ' αρεσουν οι απρόβλεπτοι γκαζάτοι φεύγα τσιτωμένοι γιούργια πάνω τους. 

΅Εκει που ειναι σαν την ηρεμη θαλασσα, τσαααααααααακ την ενεσα.

Μ' αρεσουν αυτοι που γελανε δυνατα, που φωναζουνε, που κουνανε τα χερια. Που σε κοιτανε με γουρλωμενα ματια και στριμωχνουν 500 λεξεις το λεπτο και δεν προλαβαινει να βγει καμια. Που πεταγονται, που γυρνανε πανω κατω σαν τη σβουρα.

Κουραστικο;

Οχι δεν ειναι. Κουραστικο ειναι η σαπιλα. Δε βαριεσαι ρε φιλε ολο ο ιδιος; Μερα μπαινει μερα βγαινει ετσι γκρι; Βγαλε κανενα συναισθημα ν' αεριστει ρε, βγαλε τα χρωματιστα, πετα καμια κόκκινη τσιρίδα, ενα γέλιο ροδοκόκκινο - το χειροτερο στην κριση ειν' αυτο, οι γκρίζοι ανθρωποι. Μην αφηνεις να στο παρουν ρε.

Κράτα την ενδιαφέρουσα τρέλα σου μόνο δικιά σου είναι, και μοιράσου την - κι αν τα πάρεις πότε πότε στο κρανίο, ζήτα ειλικρινή συγνώμη και δέξου και του άλλου. Γίνε άνθρωπος ρε έπιπλο, μην κάθεσαι έτσι....

Από τότε που απενοχοποιήθηκα για την τρέλα μου περνάω καλύτερα... Τσακωθειτε, φωναξτε, κλαψτε, ερωτευτειτε. Ανεβάστε πίεση. Πιάστε κανέναν απ το μανίκι. Γελάστε γαιδουρινά ΧΨΑΡ ΧΨΑΡ ΧΨΑΡ. Αγκαλιάστε όσους αγαπάτε. Τι τους κοιτάτε;

Κλάστε σε κόσμο και μπλέξτε άλλον, κάντε μπουρμπουλήθρες στο φραπέ, βάλτε κερατάκια στις φωτογραφίες, τρολάρετε τους σοβαροφανείς, βγαλτε γλωσσα στη ζωη κι όχι μονο οταν δεν σας κοιτανε.

Καλημέρα στους λιγους συναισθηματικους οξυθυμους τρανταχτογελαστούς δίχρονους γκαζάτους που έχουν απομείνει - και μη μασάτε....






Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Κλεφτά


‘Πάμε μια βόλτα;’

Στα κλεφτά. Με λίγη βενζίνη. Με ότι έχουμε. Με ένα λίτρο βενζίνη και 10 λίτρα ψυχή. Ζούμε στα κλεφτά.

 Κάτσε να στείλω ένα μήνυμα. Στα κλεφτά. Η πραγματική ζωή αφήνεται στα χέρια των έμπειρων κλεφτών. Λίγο να πάρουμε κι από δω κι από κει. Τώρα που δεν κοιτάνε.

10 λεπτάκια να παίξω κάτι που θέλω στην κιθάρα. Κάτσε λίγο….

‘Μα τι κάνεις τόση ώρα;’

‘Τώρα έρχομαι’

Κλέβουμε ζωή. Σαν το ζητιάνο του Καζαντζάκη, καθόμαστε στη γωνία του δρόμου και παρακαλάμε, ‘ένα λεπτό δώσε μου ακόμα, ένα’.

Το επείγον δεν αφήνει ποτέ χρόνο για το σημαντικό. Το σημαντικό το κλέβουμε. Νύχτα, ξημερώματα, όποτε μπορούμε.

‘Δε θα ρθεις να κοιμηθείς;’
‘Τώρα έρχομαι.’

‘Ακόμα δεν κοιμήθηκες;’
‘Δε νυστάζω.’

Κλέφτες, με το ένα μάτι πάντα ανοιχτό. ‘Πάμε την Κυριακή; Θα ρθεις;’ ‘Θα ξεκλέψω λίγο χρόνο να ρθω.’

Θα ξεκλέψω χρόνο να σου μιλήσω. Θα ξεκλέψω χρόνο να σε φιλήσω. Κλεφτά και κρυφά.

Φτου και βγαίνω.

Δε θα μας βρει κανείς εδώ. Σςςςς. Σε λίγο θα πάμε.

Μας είδανε;

Δε μας είδανε.

Κλέφτες πιτσιρικάδες. ‘Την πρώτη ώρα κάναμε κοπάνα ρε’. Κλέφτες πρωινοί. ‘Πήγα 10 λεπτά πιο αργά.’ Κλέφτες κι αστυνόμος ο χρόνος.

Που λεφτά που χρόνος ρε;

Κλέψε λίγο ζωή.

Ξεγέλασε τη μια φορά και κλέψε.

Ούτως ή άλλως σ’ αυτό τον τζόγο δεν κερδίζεις. 


Facebook part V



ή έτσι νομίζω τουλάστιχον, ούτε θυμάμαι πόσα έχω γράψει σχετικά. 

Ένα απ’ τα πράγματα του facebook που μι τριλένι, είναι οι προσκλήσεις. Δημιουργήθηκαν φαντάζομαι με την έννοια του να καλείς τους φίλους σου σ’ ένα γεγονος που τους ενδιαφερει ευκολα και γρήγορα. 

Η κατάληξη είναι να με έχουν καλέσει από το πανηγύρι του Αι-Χριστόφορου στη μαγευτική Τραχανομαγούλα μέχρι disco party στα Τρίκαλα.

Ειναι ακομα πιο μαγικο το ότι κανεις δεν κοιταει ποιον θα καλεσει αλλα ριχνει ένα χυμα invite σε 1,500 ατομα.

Ο χρήστης τΡοΛΛολ ΟΙΜΕΛΑΧΡΙΝΕΣΕΙΝΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ σας καλει στο Διαγωνισμο Πεταγματος Μπουγάτσας στα Γκράβαρα.

Ο χρηστης Δημητσος Καρτουτσαφλος σας καλει στο Συλλογο Μεθύστακων Πελοποννήσου για την ετήσια γιορτή Λουκουμά Με Ουίσκυ. 

Παταω πλεον 'δεν παω' από ρηφλεξ.

Αλλα πιο πολύ μ αρεσουν τα tag. Τα tag είναι ανεπαναληπτα. Επισης, φανταζομαι δημιουργήθηκαν για να τραβηξει καποιος την προσοχη σου σε κατι που σε ενδιαφέρει. Πως δουλεύει αυτό στην πράξη;

‘Ο χρήστης Παυλίτος T. G. Κουρκουμάς σας έχει κάνει επισήμανση μαζί με άλλα 480 άτομα σε μια φωτογραφία.’

Δεν θυμασαι καν ποιος είναι ο Παυλίτος T. G. Κουρκουμάς. Κοιτας τη φωτογραφια που 'σε ενδιαφέρει΄'. Η φωτογραφια δειχνει μια καμηλοπαρδαλη με καρουμπαλο κι ένα σκατζοχοιρο με τσοκαρο στο χερι κι από πανω γραφει LOLOL

Θα σου στελνει ειδοποίηση κάθε που καποιος κανει σχολιο. Οπου τα σχολια θα ξεκινανε με ‘μουχαχα’ και θα καταληγουν σε ‘θα παμε ρε το βράδυ στου Θαναση;’

Στο timeline σου έχεις πανω πανω το σκατζοχοιρο με το τσοκαρο. Τρεις φιλοι που δε θες να ξερεις ποιοι είναι εχουν κανει like. Eχεις 112 νεες ειδοποιησεις που αφορουν το Θαναση και ποιος θα κραταει το βραδυ το κρεας.

Ευχεσαι να χες το τηλεφωνο του Θαναση και του Παυλιτου T.G. Κουρκουμά για να τους τα κανονισεις να σκασουνε. 

Αλλα δεν προλαβαινεις. Εχεις να πας στην Ετησια Συναθροιση Κυνηγών Τσούχτρας στο Κατάκωλο.








Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Χουφτωστην, χουφτωστην



Βρεθηκε επιτελους η ακρη. Μου ειχαν πει πολλοι φιλοι και γνωστοι κι ευχαριστω πολύ ολους να μου σενιαρουν και να μου φτιαξουν τη μικρη μου aka Billie.

Ο Χρηστος μου βρηκε μεχρι και τα service manual. Αλλα…. εχθες βρεθηκε η ιδανικη λυση κι ευχαριστω το Γιωργο γι’ αυτό. Συνεργειο κοντα στο σπιτι μου, στα 5 λεπτα. Εχει τα κλειδια, μπαινουμε μεσα, χρησιμοποιουμε το χωρο, τα εργαλεια, όλα. Δε θα μεινει τιποτα πανω. Το πετσι και το κοκκαλο. Θα φυγουν όλα, ένα ένα, ομορφα και με το μαλακο. Σαββατοκυριακο, παρεουλα, μπυριτσα παγωμενη, και τσακ τσουκ…

Ανταλλακτικα δε μπαινουν, τιποτα δε θελει… Το πολύ πολύ καμια ντιζα, ακτινες και φρενακια… Τα υπολοιπα όλα μαμα…. Θα τριφτει, θα καθαρισει, θα βαφτει, θα λαμπει. Που να το περιμενε η μικρη μετα τοσα χρονια ότι θα πεσουν πανω της τοσα χερια;

Το περιμενω πως και πως… Μολις κρυωσει καλα ο καιρος κι αρχισουν οι βροχες.. it’s Billie resurrection time. The girl will sing again. 


Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

O αέρας στο στενό



Γεννήθηκα μεγάλος, θυμάμαι… Ποτέ δε με τραβούσαν τα γυαλιστερά κίτρινα χρώματα των πλαστικών παιχνιδιών ή τα κουρδιστά κατακόκκινα αυτοκίνητα παραταγμένα στις βιτρίνες.

Ένιωθα να είμαι πιο κοντά σε αντικείμενα και τοπία που ήταν δεμένα, ντυμένα με μια αίσθηση του χρόνου που περνάει. Μου άρεσε ένας ψηλός πέτρινος τοίχος κοντά στο σπίτι της γιαγιάς μου, με τα χόρτα να σκάνε στις χαραμάδες του, με ονόματα γραμμένα πάνω με κιμωλία, με πέτρες σπασμένες που άντεχαν ακόμα. Ακουμπούσες θυμάμαι το χέρι, έστω παιδικό, κι ένιωθες το χρόνο να κυλάει απαλά πάνω του σα ρεύμα. Ή μήπως τα παιδικά χέρια είναι πιο ευαίσθητα;

Καμιά φορά που φυσούσε έκλεινα τα μάτια. Σούρουπο, στενό το δρομάκι, κι ο αέρας εκεί ποτέ δεν είναι ζεστός. Κοντό παντελονάκι να ανεμίζει, και σηκώνοντας ελαφρά τα δάχτυλα του ποδιού τον ένιωθες να γλιστράει ανάμεσα στις πατούσες και το πέδιλο. Και το ένα χέρι το ακουμπούσα στον τοίχο, και τότε όλα, η γειτονιά, οι φωνές της γειτόνισσας, οι βαθμοί μου στο σχολείο, η Νίκη που ούτε σήμερα με κοίταξε, η μπάλα ποδοσφαίρου που μου σκίστηκε, όλα ήταν εφήμερα, όλα.

Μόνο ο τοίχος ήταν εκεί, πριν έρθουν όλα αυτά. Σαν να υπήρχε πάντα και να σχηματίστηκε γύρω του σιγά σιγά η γειτονιά. Η κυρία Στάσα που είναι πολύ γριά θα ήρθε πρώτη και θα έμεινε απέναντι του, και μετά θα άνοιξε ο ράφτης στη γωνία. Τα χαμόσπιτα αραδιάστηκαν κι ακούμπησαν πλάτη πάνω του στη σειρά και το καφενείο με τους μερακλήδες με τα μουστάκια που κοπάναγαν τα ποτηράκια τη ρακή ήρθε στο τέλος. Κι όταν έλα έφευγαν, όταν στην αυλή της κυρίας Στάσας θα είχε μόνο ξεβαμμένες ορτανσίες, όταν ο ράφτης μάζευε τις κιμωλίες του κι έφευγε, όταν οι μερακλήδες μιλούσαν για τα πόδια που πονάνε κι αυτούς που έφυγαν, ο τοίχος θα ήταν εκεί. Με σημάδια από έρωτες που κράτησαν ή έσβησαν πάνω του. Στέλιος + Μαρία.

Πάντα αναρωτιέσαι όταν τα βλέπεις ε;

Στέλιος και Μαρία.

Άντεξαν;

Κι ο τοίχος εκεί. Το χέρι μου ακουμπισμένο και τα μάτια κλειστά κι η στιγμή να γίνεται αιώνας κι η ψυχή σου κάνει ησυχία για ν’ ακούσει. Κι όλα είναι εφήμερα.

Είχα πάρει μια πέτρα θυμάμαι, ένα κομμάτι του και την είχα κάτω απ’ το μαξιλάρι. Το δικό μου κομμάτι αιωνιότητας. Λίγο πλακουτσωτή με μια μικρή χαρακιά και λίγη γαλάζια μπογιά στη μυτούλα, μάλλον από κάποιο παλιό σύνθημα.

Μ’ άρεσε γιατί ήταν μοναδική. Κανείς άλλος δεν είχε πέτρα σαν τη δική μου. Μια φορά που μιλούσαμε στην τάξη για τα διαμάντια, την είχα στην τσέπη μου και την έδειξα και είπα ότι κι αυτή είναι μοναδική. Ο δάσκαλος με κοίταξε έχοντας χάσει κάθε ελπίδα και μου είπε ότι τα διαμάντια είναι πολύτιμα γιατί είναι σπάνια. Όταν επέμεινα ότι και η πέτρα μου είναι σπάνια κι ότι δεν υπάρχει άλλη τέτοια μου είπε ανεβάζοντας τη φωνή ότι διαμάντια όμως δεν μπορεί να έχει ο καθένας.

Τότε κατάλαβα ότι η ευχαρίστηση του διαμαντιού ήταν όχι ότι ήταν κάτι πολύτιμο αλλά ότι δεν μπορούσε να το έχει κάποιος άλλος. Δε μίλησα αλλά φύλαξα την πέτρα ξανά στην τσέπη.

Την επόμενη φορά που ήμουν στο ίδιο σημείο, που φυσούσε ο ίδιος φθινοπωρινός αέρας – σε κείνο το στενό πάντα φθινόπωρο είναι – σκέφτηκα ότι όσο φυσάει, όσο όλα είναι εφήμερα, τόσο πιο απεγνωσμένα προσπαθούν όλοι να κρατηθούν από πράγματα που δεν τα έχουν άλλοι. Από πράγματα βαριά, σκαλιστά, εντυπωσιακά, από αυτοκίνητα, από έπιπλα, από όπου μπορούν.

Και το μόνο που ήθελα όσο νύχτωνε ήταν να γράψω κάτι στον τοίχο. Δεν θα έμενε, τίποτα δε θα έμενε. Αλλά ο επόμενος που θα περνούσε, αν είχε τα μάτια μου θα είχε κάτι να διαβάσει όσο τον παράσερνε κι αυτόν ο αέρας. Κάτι που θα τον έκανε να χαμογελάσει, κάτι που θα τον έκανε να ανησυχεί λιγότερο. Ένα ποίημα ή μια ζωγραφιά ή δυο αράδες. Κάτι που όταν το δει θα πει ‘κατάλαβα’ και θα κάνει ένα νεύμα. Ένα νόημα γραμμένο με κιμωλία που θα περάσει και στον επόμενο και ίσως και στον επόμενο και στον επόμενο.

Ένας μίτος της Αριάδνης σ’ αυτό τον κόσμο το στενό που όλα είναι εφήμερα. Με την πέτρα στην τσέπη και το χέρι ακουμπισμένο στον τοίχο ακόμα αφουγκράζομαι κι ακόμα όταν κλείσω τα μάτια πολλές φορές ξυπνάω εκεί.

Κι όποιος καταλαβαίνει, βλέπει. Γιατί γι’ αυτό γράφω, για το σημάδι που για λίγο θα θυμίζει ότι και κάποιος άλλος ήταν εκεί κι αυτός ένιωθε έτσι.Τι άλλο έχει σημασία;

Μόνο που νιώθω λίγο κουρασμένος. Κι αυτός ο αέρας πάντα φθινοπωρινός. Και διάλλειμα δεν κάνει για κανένα.