disable copy
!->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Stories. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Stories. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015
Η κλεψιά
Το 90 κάτι έφερε ο πατέρας μου το πρώτο honda Cub 90 στο σπίτι 15 χρονών τότε ,
τρέλα εγώ , κόκκινο πέρλα απίστευτη η ομορφιά του στα μάτια μου και αμέσως
εμφανίστηκε το όνειρο ότι κάποτε θα γίνει δικό μου. Δυστυχώς όμως δεν κατάφερε να
κλείσει χρόνος και του το κλέψανε… στεναχωρήθηκε έψαξε να το βρει αλλά τπτ , τότε μετά
από κανένα μήνα πήρε άλλη μηχανή ένα 250 τσοπερακι Suzuki , όμορφο και αυτό αλλά σαν
το ονειρεμένο cub δεν ηταν…..
Τα χρόνια πέρασαν και εγώ έφτασα τα 17 , μου βάζει στόχο ο γέρος και μου λέει «άμα
πετύχεις στις εξετάσεις θα σου πάρω ότι θες!!!» «ένα παπί ρε πατέρα σαν το παλιό το δικό
σου , αυτό που έφαγα τα μούτρα μου στο χωριό» (άλλη ιστορία και αυτή) «εντάξει αλλά με
17 και πάνω». Το πέτυχα και εγώ και αυτός κράτησε το λόγο του και κάπως έτσι ξεκίνησε η
ιστορία με το customizing , να πάει ποιο γρήγορα , να είναι ποιο άγριο να κάνει βρουχο και
να με ξανοίγουν ουλοι χαχαχαχα τι ωραία και ανέμελα χρόνια .
Πέρασαν 10 ολόκληρα χρόνια να το έχω δίπλα μου αλλά…. ωστόσο μεγάλωσε και ο
μικρός αδελφός μου και έφτασε τα 18 και το θελε και αυτός «να πάρε τα κλειδιά, να το
έχεις σαν τα μάτια σου και να το κλειδώνεις οκ?» και έτσι το παρέδωσα στον αδελφό μου
αφού εγώ πλέων είχα αμάξι και βολευόμουν …
Ένα απόγευμα κτυπάει το τηλέφωνο «Αδελφέ καλησπέρα πήρες το μηχανάκι από το
σπίτι?» «όχι ρε γιατί?» «έλα κόψε την πλακά..» « δεν σου κάνω πλάκα ρε » « όχι ρε αδελφέ
μου κλέψαμε το παπί!!!!!» χάθηκε η γη κάτω από τα ποδιά μου δεύτερη φορά και αυτήν
την φορά δεν κλέψαμε το παπί του γέρο αλλά το όνειρο μου….. η οργή για εκδίκηση
ξεχείλισε …. Πλακώνομαι στα τηλέφωνα και δίνω σύρμα σ’όλα τα παράνομα συνεργία με τα
γνωστά μαστόρια παίρνω τηλέφωνο και 1-2 φίλους αστυνομικούς και επί ένα μήνα όλοι
στην πιάτσα έψαχναν το μοτόρι, η περιοχή μικρή όλο κάποιος θα άκουγε κάτι, μυστικό
χαρακτηριστικό μια κόλληση αλουμινίου στο ψαλίδι που όμοια του υπήρχαν τότε 2 ή 3
στην πιάτσα…..
Ένα απόγευμα πέφτει τηλέφωνο από το φίλο αστυνομικό «Έλα ρε Γ. τι γίνετε?» «Φίλε
μετά από έρευνα πιστεύουμε ότι είναι το γειτονάκι σου ο….. αυτός πρέπει να την έκανε
διότι όλο πουλάει φτιάχνει κλπ χωρίς να έχει λεφτά, ούτε αυτός αλλά ούτε ο γέρος του άσε
δε που ο γέρος είναι γνωστός πελάτης…. Όλα δείχνουν αυτόν αλλά δεν έχουμε παραπάνω
στοιχεία, δεν αξίζει να ασχοληθείς κακή μπλεξα παράταττα…» «Ευχαριστώ απαντώ και
κλείνω το τηλέφωνο» ήξερα που έμενε τον ήξερα φατσικα ΘΑ ΤΟΝ…….
Η οργή ξεχείλιζε θολώνω , αρπάζω ένα χειροποίητο μίνι μπαστούνι του μπέιζμπολ , 50
πόντους, που δεν είχε δει ποτέ του μπαλάκι….. πάω το βράδυ και στήνω καραούλι στην
άκρη του στενού που μένει , το ήξερα το σπίτι του, περιμένω να φανεί….. και ξαφνικά
ακούω φωνές
« Είσαι άχρηστος ανάθεμα την ώρα που σ’ έκανα» και βλέπω τον πατέρα του με κόκκινα
μάτια, όχι από την οργή αλλά από τα διάφορα, να τον πεταει στην μέση του δρόμου σαν
σκουπίδι « εκεί θα κοιμηθείς ρε μαλακισμένοω οξω» και κλείνει την πόρτα με οργή , εγώ
πάγωσα, ο δικός μου θυμός έφυγε και αντικαταστήθηκε με λύπη , αυτός σκούπιζε τα μάτια
του και με αναφιλητά καβάλησε το παπάκι του και έφυγε, τι πάω να κάνω σκέπτομαι …..
αρκετά προβλήματα έχει…. Γυρίζω πλάτη και ωστόσο περνάει δίπλα μου, σηκώνω το
κεφάλι μου και τον κοιτάζω , δεν με είδε αλλά εγώ είδα δυο μώλωπες στο λαιμό του και μια
κάτω από το πηγούνι…..
Τα χρόνια πέρασαν πήρα μηχανές πολλές έκανα οικογένεια και όλα δόξα το θεό πάνε
καλά … Έχθες πάω σ’ένα μαγαζί να πάρω κάτι και τσουπ ποιον βλέπω μπροστά μου τον
πιτσιρίκα που πλέων ήταν μαντράχαλος, χαρούμενος και ευδιάθετος στέκετε στην άκρη
και μου λέει « Ρε φιλέ εσύ δεν είσαι ο αδελφός του…..» «Ναι εγώ είμαι του απαντώ και του
ρίχνω το γνωστό χαμόγελο ευγενείας» «Πωωωω ρε φίλε….. θυμάμαι την 90αρα που
είχατε με την ψαλιδάρα!!!, σας το κλέψαμε αυτό ε;»
Γυρίζω τον κοιτάζω παγώνω για μερικά δεύτερα και περνάνε όλα από μπροστά μου σαν να ήταν
χθες……
«Δεν βαριέσαι αυτός που το πήρε θα είχε τους λόγους του....... τα λέμε …φίλε» του
χαμογελώ …. γυρίζω και φεύγω …..
Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015
Never give up
Συμβουλές αποφεύγω να δίνω γιατί δεν ξέρω πολλά πολλά, αυτήν
αν θέλετε την ακούτε οι πιτσιρικάδες. Αν έχετε την τρέλα που χουμε όλοι δω μέσα
με τα μηχανάκια, μην την παρατήσετε. Μη σας πιασει καμια μαλακια και
'μεγαλώσετε'΄. Εχω δει τοσες φορες αυτο το υφος στο 'ειχα κι εγω ενα και το
δωσα', που δε θελω να το δω αλλες. Για κανενα δεν παιζουν φραγκα, κοφτε το
τσιγαρο, καντε οτι καταλαβαινετε. Δικη σας η επιλογη.
Παω την αλλη φορα βολτα με το σκραμπλερακι, βλεπω ενα τυπο
που εχω να τον δω χρονια. Ας πουμε γνωστό. Ειχε ενα GPz τοτε, κι ήταν και
κωλόχερο, τον βλεπω την ωρα που κοβω σε διασταυρωση να περασω απεναντι,
πιανουμε ο ενας το βλεμμα του αλλου και ειναι η στιγμη εκεινη η παραξενη που
αναγνωριζεις τον αλλο αλλα το αφηνεις να περασει, ντουκου. Αφου δεν εχεις τι να
πεις, θα παιζεις την κομμώτρια; Τ' αφηνεις και περνανε αυτα. Κλάσματα
δευτερολεπτου. Αυτος μ ενα σπασμενο σκουτερ διπλα του, παιζει τα κλειδια στο
χερι, κι οπως κοιταει το 750 και με τον τροπο που το κοιταει, ξερω οτι το χει
παρατησει το θεμα. Μη ρωτατε πως, απλα το ξερω. Με τον καιρό τα βγάζεις αυτά.
Κι επειδη ειμαι μεγαλο παιδακι, με πολλους φιλους, εχω
μερικους που εχουν R1 κι ας μην εχουν να του βαλουν βενζινα και περιμενουν ποτε
να το ξαναβγαλουν, εχω κι αλλους που πουλησαν καποτε ενα RD, ένα Blade, ένα XT
και... και τιποτα. Κι εχω δει το πως κοιτανε και οι μεν και οι δε. Μην το
παρατήσετε. Βασικα μην παρατάτε ποτέ τους παλιούς εαυτούς σας. Θα το
μετανιώσετε και δε θα χει δρόμο πίσω.
Πολλά είπα, κι είναι και βράδυ. Ουτως ή αλλως οποιος
καταλαβαινει απ' αυτα, καταλαβαινει και μονος του, δε χρειαζεται εμένα ή
κανέναν άλλον.
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015
Μόνο Σοβαρές Προτάσεις
Το είχε βάλει στο μάτι χρόνια τώρα, η ίδια αγγελία. Πωλείται
Kawasaki Z900
του 1976 δέκα χιλιάρικα. Όποτε το βλεπε αυτό το 10 χιλιάρικα άρχιζε ασυναίσθητα
τα μπινελίκια από μέσα του. Γιατί ρε κερατά 10 χιλιάρικα; Σε καιρό κρίσης 10
χιλιάρικα; Πες δε θέλω να το πουλήσω. Γράψε δίπλα κορόιδα δεκτά. Γράψε θέλω να σας
τον πιάσω. Μην το γράφεις ξεροσφύρι το 10 χιλιάρικα.
Η αγγελία δεν ήταν στο ίντερνετ. Ήταν σε περιοδικό. Κάθε
πρώτη του μήνα, φάτσα κάρτα τα 10 χιλιάρικα. Είχε ξεμείνει από μπινελίκια
πλέον. Βέβαια είχε βρει άλλα μηχανάκια, και φτηνά, αλλά πες για το πείσμα του
πωλητή, πες για το μοντέλο, είχε φάει κόλλημα. Άσε που ούτε για τα άλλα είχε
λεφτά. Με την κρίση τι λεφτά;
Κοίτα που έγινε η θάλασσα γιαούρτι και όχι κουτάλι, ούτε
ξυλάκι του παγωτού δεν έχουμε να γλύψουμε λίγο. Αλλά δε βαριέσαι. Έκατσε και
χαλβάδιαζε τις αγγελίες στο περιοδικό και στο car.
Μέχρι τη μέρα που το 10 χιλιάρικα έγινε τέσσερα. Του πήρε
ώρα να το καταχωρήσει στον εγκέφαλο του. Τέσσερα; Τι έγινε τώρα; Δεν είχε
αλλάξει τίποτα άλλο στην αγγελία, μόνο η τιμή, από δέκα, τέσσερα.
Πότε πήρε τηλέφωνο πότε έκλεισε το ραντεβού με τον πωλητή ούτε κατάλαβε. Από μέσα του ήταν σκασμένος στα γέλια. Και στα κλάματα. Που να τα βρει τα 4 χιλιάρικα; Αλλά δε βαριέσαι. Πάμε να το δούμε. Δεν ξέρεις. Μπορεί…. ε, μπορεί. Κάτι.
Πότε πήρε τηλέφωνο πότε έκλεισε το ραντεβού με τον πωλητή ούτε κατάλαβε. Από μέσα του ήταν σκασμένος στα γέλια. Και στα κλάματα. Που να τα βρει τα 4 χιλιάρικα; Αλλά δε βαριέσαι. Πάμε να το δούμε. Δεν ξέρεις. Μπορεί…. ε, μπορεί. Κάτι.
Έβαλε στην τσέπη του τα τρία κατοστάρικα που είχε για τους λογαριασμούς
κι έσκασε μύτη κατά το σούρουπο στη διεύθυνση που του έδωσαν.
Παλιά αυλή, η μισή γκρεμισμένη. Με το που μπαίνει μέσα, στα δεξιά του, σ’ ένα πρόχειρο υπόστεγο το 900. Το βήμα του σταμάτησε στα μισά, η καρδιά του πήρε 10 τούμπες και το μάτι του κόλλησε στο κατακόκκινο πυρακτωμένο χρώμα της – κι αυτός ο πούστης ο ήλιος να κολλάει και να γλείφεται πάνω της λες και ήθελε να του κάνει παζάρια.
Παλιά αυλή, η μισή γκρεμισμένη. Με το που μπαίνει μέσα, στα δεξιά του, σ’ ένα πρόχειρο υπόστεγο το 900. Το βήμα του σταμάτησε στα μισά, η καρδιά του πήρε 10 τούμπες και το μάτι του κόλλησε στο κατακόκκινο πυρακτωμένο χρώμα της – κι αυτός ο πούστης ο ήλιος να κολλάει και να γλείφεται πάνω της λες και ήθελε να του κάνει παζάρια.
‘Αυτή είναι η μηχανή. Για τη μηχανή δεν είσαι;’
Μεγάλος σε ηλικία.
‘Σ’ αρέσει; Άμα σ’ αρέσει πάρτην. 4 χιλιάρικα.’
Έκανε ένα βήμα σιωπηλό μπροστά και γύρισε το διακόπτη. Με τη μία πήρε. Το Kawasaki έγρουξε
και ξαφνικά η αυλή γέμισε από οκτάβες μπάσες στακάτες και ξέπνοες. Έμειναν για
λίγο και οι δυο ακίνητοι λες και άκουγαν λειτουργία. Ο γεράκος της τράβηξε μια
γκαζιά και οι οχτάβες έγιναν αλήτικο ουρλιαχτό που πέταξε πάνω απ’ τις γειτονιές.
Ήθελε να κάνει παζάρια, ήθελε να μιλήσει, ήθελε αλλά δεν. Αν
δεν έσβηνε το μηχανάκι θα καθόταν εκεί και οι δυο μέχρι να νυχτώσει να ακούνε αυτή
την περπατημένη γόησσα να τους κεντάει στο ρελαντί.
‘Και γιατί τη δίνεις;’
Κάτσανε σ’ ένα χαμηλό τραπεζάκι. Η γυναίκα. Τι άλλο; Ποτέ
δεν είχε μιλήσει για τη μηχανή η Αμαλίτσα μέχρι που περάσανε τα χρόνια και
πλέον περνάγανε αργά και δύσκολα. Χωρίς λεφτά και με μια ψωροσύνταξη.
Να τη δώσουμε Κώστα, να πάρουμε λίγο ανάσα.
10 χιλιάρικα. Ποιος να την πάρει 10 χιλιάρικα.
Έλα Κώστα μου να τη δώσουμε. Μα την έχω βάλει αγγελία.
Είχαν πάει κι ένας δυο και την είδαν. Όχι δεν την κατέβαζε.
Ούτε δεκάρα. Και μετά που έφευγαν ο γέρος την ξανασκέπαζε στη γωνιά της, αφού
πρώτα περνούσε μ’ ένα μαλακό πανάκι το ρεζερβουάρ.
Να, αφού την έχω βάλει αγγελία, δεν πουλιέται. Εγώ φταίω;
Η Αμαλίτσα (τόσα χρόνια μετά Αμαλίτσα την έλεγε ακόμα) τους έβαλε
ένα καφεδάκι και μετά σβήστηκε πάλι, έγινε ένα με το φόντο.
‘’Αλλά τώρα είναι άρρωστη, κατάλαβες; Τώρα δε γίνεται
αλλιώς.’’
‘Αν δεν ήθελες να την πουλήσεις τι έβαζες και την αγγελία;’
Απάντησε κοιτώντας χάμω, αλλά και πάλι μπορούσε να δει τα
μάτια του ξαφνικά να γυαλίζουν πρώτα και μετά να θαμπώνουν στο σκοτάδι.
‘Τώρα τη δίνω. Η κυρά δεν είναι καλά. Δε μπορώ να κρατάω
σίδερα. Κατάλαβες; Δώσε μου 4 χιλιάρικα και πάρτη. Τι άλλο να σου πω;’
Είχε γυρίσει από την άλλη και δεν τον κοίταγε.
Άκουσε τον εαυτό του σα να ακούει άλλον.
‘4 χιλιάρικα ε; Θα σου δώσω όσα έχω τώρα. Τρία κατοστάρικα
έχω. Πάρτα να καλύψεις κι εσύ τις ανάγκες σου και θα σε πάρω τηλέφωνο να τα
βρούμε για τα υπόλοιπα.’
Άφησε τα τρία τσαλακωμένα κατοστάρικα στο τραπέζι κι χτύπησε
απαλά τον ώμο του γέρου.
Βγήκε αργά από την αυλή, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο
900 και δεν ξαναγύρισε.
Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015
Κόντρα 80
Στην αρχή έτρεχε η μαρίδα. Πολλές φορές πήγαινα μετά που τέλειωνα
τη δουλειά, σχετικά νωρίς για μεγάλα. Ήτανε λοιπόν τα λιμά, κάτι AR κάτι
MB-5 σαν το δικό μου –
δεν είχε βγει ακόμα το ΜΒΧ – κάτι sachs και hercules με τις θηριώδεις ψύκτρες…
Φεύγανε δυο δυο σαν τα κουνουπάκια. Φτιαγμένα RD50, παπάκια σκυλοφτιαγμένα
και σκελετωμένα… δυο δυο στη σειρά και δώστου φωνές και δώστου σκυλολόι.
Πιο αργά εμφανιζότανε τα μεγάλα. Άμα ήτανε καμιά καλή κόντρα
ετοιμαζότανε μέρες το πράγμα. Βδομάδες. Σήμερα θα τρέξουν, αύριο θα τρέξουν.
Μερικες κοντρες δε γινοτανε ποτε γιατι φοβοταν ο Γιαννης το θεριο και το θεριο
το Γιάννη. Και ουτε το θεριο ουτε ο Γιαννης ήθελε να βαλει τις αδειες κατω.
Και να παιζουν τα προγνωστικά αβέρτα. Οι πιο γνωστες και καλα
ηταν αυτοι με τα 50αρακια. Πως ξερουνε ολοι οι υπαλληλοι των τρεις κι εξηντα να
σου αναλυσουν την παγκοσμια οικονομικη συγκυρια στο 5λεπτο; Ε, ετσι κι ολοι με
τα παπακια ήτανε γατόνια στο να σου λενε το τι και το πώς.
Φιλε το μπολντορ του Βασιλη εχει 500 αλογα μου το πε ένα παιδι
που δουλευει στο συνεργειο που το φτιαξανε. Τι λες ρε παιδι μου;
Κατασκοπεια αβερτα. Τι του χει κανει ρε και παει ετσι;
Δε λεει…
Σιγα μην πει.
Όταν φτανανε τα πιο μεγαλα, η πιτσιρικαρια εκανε στην ακρη. Εκει
ηταν το καλυτερο μου. Τα τρεχανε εδώ στην κατηφορα του Γερμανου στην εθνικη
πανω.
Η εθνικη δικη μας. Ένα κιτρινο αποκοσμο φως και να μυριζεις
καμμενο λαστιχο και καστρολ και η μυρωδια να ανανεωνεται συνεχεια. Λες κι ειχες
περασει σε άλλη διασταση κι εκει δεν ειχε πολη, δεν ειχε μπατσους, δεν ειχε
γονεις, δεν ειχε γκομενα, δεν ειχε τιποτα.
Και όπως φτανανε τα μεγαλα δε μιλουσε κανεις σε κανενα. Με
το που εφτανε ένα 350αρι ή ένα 550 κατευθειαν το πηγαδακι από τους γνωστους
διπλα. Κοντα να πας, αλλα μην πειραζεις… και μη ρωτας και πολλα πολλα δε σου
λενε.
Τζιν μπουφαν με γουνα και να πηδανε τα καγκουρακια να
ζεσταθουνε με τα χερια στις τσεπες. Να χεις κατεβασει 2-3 ποτακια, να κανεις
τσιγαρο, και να μυριζεις το καστρολ και παντου να βρυχωνται γυρω γυρω τα Θηρια.
Να γυρνας και να βλεπεις Katana,
RD, GPz, GSX, 900F, Z, ότι βαλει ο νους σου…
Μεχρι να τα πανε σου βγαζανε την παναγια. Τωρα θα το τρεξει.
Όχι το σβησε. Ελα ρε μλκ… Ιεροτελεστιες. Ποτε να ζεστανει το μοτερ, ποτε να είναι
ετοιμο… Πολλες φορες δεν το τρεχε ο ιδιοκτητης. Υπηρχανε ειδικοι… κατι τυποι
λεπτοι σα ζαργανες που ξαπλωναν πανω στο μηχανακι και κρατιοτανε με το ένα χερι
στο πηρουνι και το αφηναν για το κρακ στο λεβιε των ταχυτητων με το χερι. Λαστιχακια
110-130 πισω και 100+ αλογα, αναρτησεις σωβρακα και στο πρωτο σαμαρακι να
παιρνει ο διαολος 250 κιλα γιαμαχα με σενα μαζι και να λες το δεσποτη παναγιωτη
πως τα πανε ετσι ρε;
ε τα πανε…
κουρελου στη σελα, το ντεποζιτο κατεβαινε και στη θεση του
εμπαινε το πλαστικο ΑΖΑΞ με το σωληνακι να πηγαινει στο καρμπ, βενζινα ισα ισα
για την κοντρα. Μειωνεις το βαρος χωρια που ξαπλωνεις. Τα ποδια θα κολλησουν
πανω στον κοκοβιο, ψαρακι.
‘Ποσα παει ρε του Πεπε το 900;’
‘Μπορει και 250’
‘Ελα ρε’
‘Νταξει, ψαρακωμενος’
Φουλαρι στο τιμονι, κοκκινο και υφακι. Φιλε αμα θες να τα
παμε δινεις τα φραγκα στο παιδι και τα παμε. Τις υπολοιπες μαγκιες τις βερεσε
να τις χεσω.
Μηχανακια που αγοραστηκαν με μεροκαματα, που φτιαχτηκαν με
αιμα, που αποπληρωθηκαν με @#$ήσι σε οικοδομες και σε μπογιαντισματα ν’
αλλαζουν χερια σ’ ένα βραδυ.
Και τι να σου πρωτοπω τωρα;
Για το υφος του τυπου την ωρα που δινει την αδεια;
Για το υφος του ζαργανα που γυρναει με καμμενα τα ματια απ
το τελικιασμα;
Για το υφος του τυπου με το PE400 που παει πανω κατω λαμπαδα;
Για το υφος του πιτσιρικα με το παπι που το χει δαγκωσει
αλλα δε φευγει και κοιταει σα χανος;
Για το υφος το δηθεν το δε με νοιαζει και σιγα το μηχανακι
και καιγεσαι από μεσα σου;
Τι να σου πω και τι ν αφησω;
Κι εκει που περιμενεις να πανε τα μεγαλα, που περιμενεις
κανενα Ζ1300 και κανενα 1100 να ρχεται κανενα διχρονακι ιδρωμενο και σκασμενο
‘ΜΠΑΤΣΟΙ ΡΕ’
και σε χρονο που δεν τον βαζει ο νους σου να χουν
εξαφανιστει ολοι σα να μην υπηρξαν ποτε.
Ε αυτή τη στιγμη δε θα ξεχασω. Να εισαι εκει στη μεση και ν
ακους ουρλιαχτα να φευγουν και να χανονται στις 4 γωνιες του οριζοντα, σε
εθνικες, σε παραδρομους, σε στενακια, σε γειτονιες, σε λεωφορους, διχρονα και
τετραχρονα, ξεταπωτα και νορμαλ, καθαροαιμα και ψευτό, με devil και Kerker και
μπατζανια να μουγκριζουν σαν τα σκυλια, και να σαι εκει στη μεση και ν ακους αυτό
το ΜΠΡΟΟΟΑΑΑ και τις ταχυτητες να βαρανε σαν τις μαχαιριες στις αλλαγες
ΜΠΡΡΡΟΟ-ΚΡΑΚ-ΡΟΟΑΑΑΑ
και να φευγει και να χανεται.
Τι θες να σου πω τωρα;
Δευτέρα 19 Μαΐου 2014
Θέλετε δε θέλετε.
Θέλετε δε θέλετε ολους κατι μας χαράζει. Εμάς η πρώτη βόλτα. Μπορεί να κανω λάθος, δε θα ναι κι η πρώτη μου.
Εκεί που έπιασες πρώτη φορά γκριπάκια και δεν ήξερες αν θα πετάξεις ή θα σκοτωθείς.
Πόσες βόλτες μετά το νιώθεις ακόμα;
Πόσα παλιά μηχανάκια έχεις στο κεφάλι σου;
Πόσες φορές κοιτάς έξω απ' το παράθυρο κι αν σε ρωτήσουν τι έχεις λες τίποτα;
Πόσες φορές όλοι σου φαίνονται σοβαροί για το τίποτα;
Πόσες κοπάνες έχεις κάνει πάνω του και πόσες έχεις ακόμα;
Τις κοπάνες θα μετρήσουμε στο τέλος ρε.
Θυμάστε που τις κρατούσαμε να τις κάνουμε όλες μαζί;
Δε λέει.
Στραβώνει και μπορεί να μην τις κάνεις ποτέ.
Στη λιακάδα λέει η κοπάνα.
Δεν έχει σημασία το μηχανάκι, ούτε, στο φινάλε κι εσύ.
Η κοπάνα είναι όλη η ιστορία.
Έλα ρε, πες, μεταξύ μας είμαστε.
Κάθε που φεύγεις μαζί της δε νιώθεις λίγο κλέφτης;
Εκεί που έπιασες πρώτη φορά γκριπάκια και δεν ήξερες αν θα πετάξεις ή θα σκοτωθείς.
Πόσες βόλτες μετά το νιώθεις ακόμα;
Πόσα παλιά μηχανάκια έχεις στο κεφάλι σου;
Πόσες φορές κοιτάς έξω απ' το παράθυρο κι αν σε ρωτήσουν τι έχεις λες τίποτα;
Πόσες φορές όλοι σου φαίνονται σοβαροί για το τίποτα;
Πόσες κοπάνες έχεις κάνει πάνω του και πόσες έχεις ακόμα;
Τις κοπάνες θα μετρήσουμε στο τέλος ρε.
Θυμάστε που τις κρατούσαμε να τις κάνουμε όλες μαζί;
Δε λέει.
Στραβώνει και μπορεί να μην τις κάνεις ποτέ.
Στη λιακάδα λέει η κοπάνα.
Δεν έχει σημασία το μηχανάκι, ούτε, στο φινάλε κι εσύ.
Η κοπάνα είναι όλη η ιστορία.
Έλα ρε, πες, μεταξύ μας είμαστε.
Κάθε που φεύγεις μαζί της δε νιώθεις λίγο κλέφτης;
Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014
200
Διακόσα ρε φίλε. Να ένα νούμερο στο κοντέρ.
Άκου διακόσα.
Που να πας με το ποδήλατο διακόσα;
Αν και στην κατηφόρα έτρεχε. Δεν ήξερε πόσα, αλλά έτρεχε.
Άμα είχε τεντώσει κι αλυσίδα πήγαινε γαμώ.
Πόσο να κάνει τώρα αυτή εδώ με το 200 στο κοντερ και το Σουζούκι στα
καπάκια;
Δεν ήξερε αν είναι καλά τα Σουζούκι, κι ούτε τον ένοιαζε.
Δεν ήξερε πόσο κάνει το Σουζούκι κι ούτε τον ένοιαζε.
Ήθελε ν’ ανέβει πάνω και να το πιάσει απ’ τα κέρατα και να
πάει διακόσα.
Τον έβλεπε τον τύπο όποτε το βαζε μπροστά, ΝΑ ένα χαμόγελο.
Κάθε φορά. Μα τσατισμένος μα στις μαύρες, με το που ανέβαινε στο Σουζούκι
έσκαγε με τη μια το χαμόγελο.
Κι εγώ άμα ήταν να πάω διακόσα όποτε γούσταρα έτσι θα
χαμογελούσα.
Ξανακοίταξε το ποδήλατο. Τι να κλάσει;
Ωχ… αυτή τη γρατζουνιά δεν την είχε. Μπήκε μέσα στη μικρή
αυλή, άρπαξε την αλοιφή, έκατσε κατάχαμα στο δρόμο.
Κι η αλυσίδα ήθελε τέντωμα.
Ε βέβαια, τόσα χιλιόμετρα.
Σε λίγο είχαν γεμίσει γράσσα τα χέρια του. Γυάλισε και τις
ακτίνες, έσφιξε το φρένο και διόρθωσε το τιμόνι που απ’ τα χτυπήματα είχε γίνει
σαν εκείνους τους κεραυνούς που ζωγραφίζουνε στα μίκυ μάους.
Λες;
Έτρεξε μέσα στην αυλή και κοίταξε το μικρό τραπεζάκι δίπλα
στο βασιλικό. Τσακ, νάτο. Καινούριο πακέτο ΚΑΡΕΛΙΑ. Τι λες ρε φίλε;
Έκοψε προσεκτικά το χαρτάκι και πήρε και το κόκκινο
μανταλάκι απ’ την απλώστρα. Αφού κόκκινο ήταν το ποδήλατο.
Το έπιασε μαλακά λες και θα έγδερνε τις ακτίνες. Έσφιξε λίγο
ακόμα το κόντρα φρένο πίσω και φύλαξε αλοιφές και στουπί στο ντενεκάκι πίσω απ’
την πόρτα.
Κομπλέ.
Ανέβηκε πάνω και στην πρώτη πεταλιά άκουσε το ξερό κροτάλισμα
του Καρέλια. Πω ρε φίλε. Αυτά είναι. Και το Σαντέ καλό ήταν, αλλά το Καρέλια τα
‘σπαγε.
Κράτησε την ανάσα και πήρε κάτω την κατηφόρα. Το γόνατο τον
πονούσε ακόμα απ’ την προηγούμενη, την καλή, έξω απ’ το σχολείο.
Τσίτα φίλε. Τσίτα. Μισόκλεισε τα μάτια, σουρούπωνε, τέλος
Μαγιού, λίγο φως ανάμικτο με πηχτό σκοτάδι κύλισε στα μάτια, καθρέφτισε λίγο
ουρανό, το κόκκινο του ποδηλάτου, κοφτή ανάσα και φρένα κόντρα για τη στροφή
θα πέσει
όχι
κρατώντας την αστραπή που ζωγραφίζουν στα μίκυ μάους άφησε
μαλακά το φρένο και πατώντας δυνατά βγήκε στην ευθεία του πάρκου.
Κομμένη ανάσα και το χαρτάκι να ακούγεται μέχρι τον ουρανό.
Καρέλια ρε φίλε.
Ο ιδρώτας του έκαιγε το μάτια και μαζί έκαιγε το φως και το σκοτάδι
και το κόκκινο και τον ουρανό που καθρεφτίζονταν πάνω και τα κανε όλα ένα, όλα ένα, όλα
ένα
Πώς να είναι τα διακόσα;
Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012
Μερικες αραδες απ το Brooklyn
Προ καιρου ειχα ανεβασει στο Face καποιες
φωτογραφιες της Μπιλυ, και διαβασα το σχολιο
‘χα χα ελα ρε αυτά τα μηχανακια τα
παιρναμε ενοικιαζομενα και τα #$ουσαμε, τα γυριζαμε πισω με το σκελετο’ ή κατι
παρόμοιο.
Θλιψη.
Ειχα νοικιασει πιτσιρικας ένα Σουζουκακι 50αρι να παω στο
Τυμπακι, αν θυμαμαι καλα ZR50.
Τι να τραβηξει, διαλυμενο και σκισμενο απ ολους τους πιλοτους που εκατσαν πανω
του. Με πηγε και με γυρισε και πριν το γυρισω πισω του χάιδεψα το τεποζιτο και
το σκουπισα μ ένα πανακι.
Στη ζωη του ως διχρονο μονοκυλινδρο, περα από μια βιαστικη
ξεπετα σκουπισμα αμφιβαλλω αν ειχε.
Αυτές οι μηχανες, είναι σαν τα αδεσποτα σκυλια. Είναι τα
πουτανακια που βγαζει ο καθενας το βιτσιο του. Που δεν τα λυπαται.
Πολλοι το κανανε και στα δικα τους μηχανακια, ηταν παραδοση.
Θυμαμαι ακομα ένα NSR250
και το τηλεφωνο της προηγουμενης ‘Φιλε το πουλαω! Αυριο παει πισω στη Χοντα!
Ελα να το σκισουμε!’
Ακομα θυμαμαι το μοτερ τοσο τεζαρισμενο και για τοση ωρα που
ελεγα ότι θα τα καρφωσει όλα. Κι αυτό ηταν το μηχανακι ΤΟΥ. Το δικο ΤΟΥ. Αυτό
που το επλυνε και το φροντιζε.
Εγω που ειμαι παραξενος και ηλιθιος παντα τα σεβομουνα αυτά
τα μηχανακια, αυτά του δρομου. Αυτά που τα χαν παρει τουριστες, που ειχαν
μονιμα στραβωμενα σκελετα, τελειωμενα φρενα και φωτα καντηλακια. Που ο συμπλεκτης
ηταν μεχρι τα μισα νεκρος.
Στο βιβλιο ‘Ένα δεντρο μεγαλωνει στο Μπρουκλυν’ γραφει καπου
για ένα γερο ζητιανο αν δεν κανω λαθος. Κουρελη και απλυτο στην ακρη του
δρομου. Και σκεφτεται η συγγραφεας ότι καποτε κι αυτος ήταν μωρο που ολοι το
φροντιζαν και το αγκαλιαζαν και το αγαπουσαν, που γεμισε γελια ο κοσμος όταν
γεννηθηκε, που του καθαριζαν τα πατουσακια και το φιλουσαν. Και τωρα είναι
πεταμενος εκει.
Αυτά τα μηχανακια είναι για μενα αυτό το αντιστοιχο, οποτε
τα δω, αυτές τις αραδες θυμαμαι. Ότι καποτε βγηκε από την αντιπροσωπεια ομορφο
πλυμμενο καθαρο, και τωρα δεν του ριχνεις δευτερη ματια.
Τις φωτογραφιες που μου εδωσαν την ιδεα να γραψω αυτό το
ζαλιστηρι τις δανειστηκα από τη Βασιλικη, η οποια δεν εχει μηχανακι δικο της
ουτε καν οδηγει. Αλλα σταματησε και εβγαλε φωτογραφια αυτά τα ενοικιαζομενα
καπου στο Γυθειο. Τα οποια ακομα ετσι, κουρελακια, μικρα, ασημαντα, τελειωμενα,
στεκονται διπλα σε ταμπελα for rent.
Κι οποιος τα παρει, ας τα σπασει λιγο ακομα δεν τρεχει τιποτα.
Κι όμως καποιος τα ειδε και τα πηρα φωτογραφια, γιατι μπορει ακομα να δει την
ομορφια που ειχαν, και που όπως ολοι οι γνησιοι ρετρολαγνοι μπορει να θελει
λιγο να καθαρισει τη σκονη, λιγο να γυαλισει τα καπακια του, λιγο να το
ζωντανεψει.
Αυτό σημαινει αγαπαω τη μοτοσυκλετα. Όχι το βαζω λαστιχα και
κανω χρονους. Όχι μουρωνω το 1300 εξω απ την καφετερια. Όχι πηρα καινουριες
βαλιτσες.
Αυτος ο σεβασμος, αυτή η αγαπη, αυτή η στοργη, ΑΥΤΟ είναι
μοτοσυκλετα.
Κι οποιος δεν το καταλαβαινει βλεπει μονο πραγματα. Φτηνα ή
ακριβα πραγματα για να τη βρει. Είναι μηχανακια όπως θα μπορουσε να είναι
τηλεορασεις ή κουστουμια ή σπιτια ή στερεοφωνικα. Δεν εχει αγαπη, εχει μονο
περισσιο τσαμπουκα, δεκα κιλα στο διφραγκο.
Παρε κοσμε φτηνια.
Τις φωτογραφιες τις βάζω γι’ αυτους που
μπορουν να δουν. Οι υπολοιποι θα δειτε απλα μερικα τελειωμενα μηχανακια. Μη
δωσετε σημασια και προχωρήστε.
Καλησπέρα.
Sounds of silence
Ολα μ αρεσουν. Μ' αρεσει ο ηχος απο τα μονοκυλινδρα thumper, αυτο το βαθυ στακατο μπασο. Μ' αρεσουν τα δικυλινδρα, οταν ειναι ξερυθμιστα και σε χαμηλο ρελαντι. Στο ψηλο ρελαντι ειναι απλα μια ραπτομηχανη. Στο χαμηλο, σ' εκεινο το ζω-πεθαινω παιζουν μια απιστευτη τζαζ, ποτε πιατινια, ποτε μποτα.
Ντουπ-τσακ-τσα-μπουμ. Σβηνει κιολας ποτε ποτε. Μ' αρεσει κι ο ηχος απ τα μεταλλα οταν κρυωνουν. Την ψωνιζω με τον ηχο των 4κυλινδρων, ειδικα Καβασακι που βγαζουν αυτη την παραξενη χροια, αλλα και του Μπολντορα οταν σκυλιαζει και χυμαει στους κοφτες.
Μ' αρεσει ο ηχος μεσημερι οταν περναει καποιο και σηκωνει τον κοσμο, αυτο το σκυλισιο, το αλητικο, το ξυπνατε ρε.........
Αλλα αυτο δεν εχει να κανει με τους ηχους τους μεταλλικους, αλλα με τους ηχους της σιωπης.
Οποτε φευγεις, μονος σου, απο μικρος που το ειχες, είτε μανα ήταν είτε ερωτες, δυο χερια ήταν σφιγμενα στο σιδερο στο μπαλκονακι κι ακουγαν τον ηχο να ξεμακραινει και περιμεναν ποτε θα τον ξανακουσουν να γυρναει.
Κι οσο εσυ χανεσαι στους ηχους και τα μπητακια, και τα τρελαμενα riff και τα τζαζ περασματα και τα κοφτα ακορντα στα κοκκινα, εκει υπαρχει μονο σιωπη. Και μπορει να καθεται πολλες φορες μεσα, να περιμενει, αλλα η ψυχη ειναι ακομα εκει, με τα χερια σφιγμενα στο παραπετο του μπαλκονιου.
Και μολις ακουστει ξανα ο ηχος, ειναι μια ανακουφιση κι ας μην την παραδεχεσαι ποτε.
'Ηρθε!'
Καλος οδηγος ειναι αυτος που παντα γυριζει εκει που τον περιμενουν. Που ξανασπαει τη σιωπη με το κροτάλισμα της μοτόρας.
Παντα καλους δρόμους και πάντα καλους γυρισμους. Αφιερωμενο σε οσους και οσες εχουν περασει ωρες σιωπης περιμενοντας να ξανακουσουν ενα ηχο γνωριμο.
Κυριακή 10 Ιουνίου 2012
Sister Morphine – Reprise
Το πρώτο κείμενο ήταν εδώ.
Το δεύτερο, γράφω γιατί το ακούω ξανά, μετά από πολύ
καιρό, από Marianne Faithful αυτή τη φορά. Ένα απόλυτα υπνωτικό κομμάτι.
Είναι από τα τραγούδια που δε γίνεται να ξεκολλήσουν οι
εικόνες από πάνω τους. Κι επειδή γράφω συνέχεια τον τελευταίο καιρό –
αυτοθεραπεία – κι επειδή γράφω και για κάποιους που διαβάζουν και πίσω από τις
γραμμές, θα πάω ένα κείμενο όπως το θέλω εγώ, με τις εικόνες που είναι ραμμένες
σαν κουρελάκια στο μπητάκι του Sister Morphine απάνω. Με φόντο μια βόλτα με το XL185 που επίσης θυμήθηκα πρόσφατα – και
που όλοι οι 'σύντροφοι' θυμούνται και μια ανάλογη…Και που όπως λέει μια ψυχή είναι σα να είχα μια κάμερα πάνω απ' το κεφάλι μου κι έγραφε.
Μισό να βάλουμε μουσικούλα πρώτα…
Here I lie in my hospital bed
Tell me, Sister Morphine, when are you coming round again?
Tell me, Sister Morphine, when are you coming round again?
‘Μπορείς να
οδηγήσεις ρε; Καλά είσαι;’ ‘Ναι ρε.’ Κι επειδή με τα
μηχανάκια μου είχα πάντα σχέσεις στοργής θυμάμαι που καθόμουν πάνω - σε τέτοια κατάσταση συνήθως - και μουρμούριζα
‘πήγαινε με σπίτι τώρα’.
Oh, I don't think I can wait that long
Oh, you see that I'm not that strong
Oh, you see that I'm not that strong
Επιστροφή από Κοκκίνη Χάνι κι από Κακό Όρος - το τελευταίο
κομμάτι που έπαιζε βγαίνοντας απ’ το Dream ακόμα το άκουγα. Τράβαγα τους
στίχους ένα ένα απ’ το μπάχαλο που είχα στο κεφάλι μου και αυτοσχεδίαζα άγρια
όπου ξεχνούσα. Η θάλασσα δεξιά μου, αεράκι, ψυχή να μην κυκλοφορεί. Το μοτεράκι
του XL
να γουργουρίζει και παρά τα – καλά, τι είχα πιει – να το χω δαγκώσει με
το τζιν μπουφάν.
The scream of the ambulance is sounding in my ears
Tell me, Sister Morphine, how long have I been lying here?
‘Σίγουρα ρε μπορείς να οδηγήσεις;’ Μάλλον όχι έπρεπε να χω
πει. Θέλω να σταματήσω δεξιά για τσιγάρο, μήπως και συνέλθω, αλλά δεν με εμπιστεύομαι στο 1 μέτρο απ’ τα βράχια. Έλα,
μικρό είναι το Κακό Όρος, μέχρι να το σκεφτείς τέλειωσε, οδήγα και σκάσε.
What am I doing in this place?
Why does the doctor have no face?
Σιγοσφυράω τους στίχους, κρύο γαμώτο, κρύο. Το γέλιο του
μπάρμαν σε ένα αστείο που δεν άκουσα, ο τύπος με τις μπότες και το καστόρι
δερμάτινο που σηκώθηκε να χορέψει στο La Grange.
Το βλέμμα της τύπισσας απέναντι όταν έπιασε τα μαλλιά της πίσω. Το παγωμένο
ποτήρι που άφηνε μια υγρή διαδρομή στο ξύλο του μπαρ. Δεξιά μου, μια μελαχρινή με στενό, ξεθωριασμένο μπλουζάκι Thin Lizzy γέρνει αργά το λαιμό και γελάει δυνατά. Κάνει ότι δεν κοιτάει το Γιάννη που έχει καρφωθεί.
Oh, I can't crawl across the floor
Ah, can't you see, Sister Morphine, I'm trying to score
Τι μέρα είναι; Δε γαμιέται, τι σημασία έχει. Ο Μάνος να σηκώνεται να πηγαίνει
‘λίγο κάπου και ξανάρχομαι.’ Ο ήχος απ’ τα δυο Χάρλευ που σκάσανε μύτη και οι δήθεν
γαμάω και δέρνω που μπήκαν με τα ride to live live to ride... Οι φωνές απ’ τους τύπους στη γωνία όταν
έβαλε Dr. Feelgood.
Στην άλλη γωνία του μπαρ ο 'Marley'. 'Ερχεται κάθε βράδυ για ν' ακούσει τα ίδια τραγούδια.
Well it just goes to show
Things are not what they seem
Στην άλλη γωνία του μπαρ ο 'Marley'. 'Ερχεται κάθε βράδυ για ν' ακούσει τα ίδια τραγούδια.
Well it just goes to show
Things are not what they seem
Κρατάω την παγωμένη μου μπύρα και πηγαίνω προς τον τύπο στο πικάπ ‘Who, 5.15 ή I’m Free επειδή θα την κάνω σε λίγο,
γίνεται;’ Ένα αδύνατο κοριτσάκι στη γωνία με μπλουζάκι Skynyrd κλείνει
τα μάτια την ώρα που μπαίνει το Dream On. Μουρμουρίζει
τους πρώτους στίχους και χαμογελάει άψυχα σ’ ένα τύπο που μπαίνει. To χέρι της τρέμει λίγο, χτυπάει νευρικά τη στάχτη που πέφτει σε μια λιμνούλα μπύρας. Αυτός δεν
την βλέπει καν, προχωράει προς το μπαρ και ανάβει τσιγάρο, ανέκφραστος.
Please, Sister Morphine, turn my nightmares into dreams
Oh, can't you see I'm fading fast?
Please, Sister Morphine, turn my nightmares into dreams
Oh, can't you see I'm fading fast?
H φωνή του Μιχάλη κοροϊδευτική ‘Μαλάκα κοίτα τον πάνκη στη
γωνία τι φοράει, λες και τον ξεράσανε.’ Άλλη μια μπύρα κι έφυγα. Μου τελειώνουν
και τα τσιγάρα και τα φράγκα και η βενζίνη. Όχι ρε μαλάκα Styx. Έλεος, Styx. Σε λίγο θα βάλει και ΑΒΒΑ. Boat on the river χέσε
μας βραδιάτικα.
And that this shot will be my last
Άλλη μια καλή γουλιά μπύρα κι είναι με το που ανοιγοκλείνεις
τα μάτια λες και κάποιος ανέβασε ξαφνικά την ένταση σε όλα, το μπάσο χτυπάει πιο
δυνατά, τα χρώματα έχουν γίνει πιο έντονα, το κόκκινο μπλουζάκι της ξανθιάς
απέναντι, το χρυσό χρώμα της τεκίλας που λες και ξεχειλίζει απ’ το ποτήρι, τα
σαξόφωνα – ‘Ω μαλάκα, Supertramp,
School, γαμώ.’
Sweet Cousin Cocaine, lay your cool cool hand on my head
Ah, come on, Sister Morphine, you better make up my bed
Sweet Cousin Cocaine, lay your cool cool hand on my head
Ah, come on, Sister Morphine, you better make up my bed
Το μπάσο του Entwistle ξυρίζει τις πρώτες νότες του I'm Free. Τα χρώματα έχουν αρχίσει και φεύγουν απ' το περίγραμμα τους. Ο Μάνος γυρίζει με κόκκινα μάτια, 'έλα ρε τι έγινε;'. Σηκώνω τη μπύρα προς το μέρος του τυπάκου στο πικάπ, στριφογυρίζει το εξώφυλλο του Stage Struck και το βινύλιο γυαλίζει όπως γλιστράει απ' τη θήκη. Μια μεθυσμένη αγγλίδα με κονκάρδα Imagine στο γιλεκάκι χαμογελάει στο πουθενά, σε λίγο θα διπλώσει έξω απ' το μπαρ.
‘Ρε συ μπορείς να οδηγήσεις;’ Απάντηση τίγκα στο τζάμπα αντριλίκι. ‘Ναι ρε σιγά.’ Κάνει τόσο κρύο που δε νιώθω τα χέρια μου. Έλα, πέντε στροφές πρέπει να ναι ακόμα. Να τελειώσει αυτό το μπουρδέλο τουλάχιστον και μετά είν’ εύκολο.
‘Ρε συ μπορείς να οδηγήσεις;’ Απάντηση τίγκα στο τζάμπα αντριλίκι. ‘Ναι ρε σιγά.’ Κάνει τόσο κρύο που δε νιώθω τα χέρια μου. Έλα, πέντε στροφές πρέπει να ναι ακόμα. Να τελειώσει αυτό το μπουρδέλο τουλάχιστον και μετά είν’ εύκολο.
Cause you know and I know in the morning I'll be dead
Αριστερή, δεξιά κι αριστερή, το τελευταίο εύκολο εσάκι. Τώρα
ναι, σταμάτημα και τσιγάρο. Το XLακι στην άκρη, κάθομαι στο πέτρινο τοιχάκι του Τομπρούκ και κοιτάω τη θάλασσα. Σε
πόσο θα ξημερώσει; Σκέφτομαι αφηρημένα τα κοριτσάκι με τα κλειστά μάτια στο Dream On και τα χέρια της που έτρεμαν. 'Μετά τις 12 κάνει heavy πρόγραμμα, γαμώ'. Τα ντραμς του Bonham ξεσκίζονται στην εισαγωγή του Rock’n’Roll, ο
Γιάννης χτυπάει τη μπύρα δυνατά στο μπαρ ‘Έτσι ρε! Δύναμη! Βάλε τώρα κι ένα The Song Remains The Same να τρελαθούμε! Η μελαχρινή Thin Lizzy του χαμογελάει.
Yeah, and you can sit around, yeah and you can watch all the
Clean white sheets stained red.
Σβήνω το τσιγάρο και το XLάκι γουργουρίζει στην ανηφόρα έξω απ’ το στρατόπεδο, προς
Αλικαρνασσό.
Κλείνω τα μάτια όσο χρειάζεται για να ξαναπατήσω νοητά το play. Απ’ την αρχή. Άλλη
μια και θα χω φτάσει σπίτι.
Here I lie in my hospital bed
Tell me, Sister Morphine, when are you coming round again?
Tell me, Sister Morphine, when are you coming round again?
Τετάρτη 16 Μαΐου 2012
Τίποτα άλλο δεν υπάρχει.
Eίναι
σαν πίνακας του Van Gogh.
Τα χρώματα είναι ανάγλυφα, τόσο που σαν να πετάγονται έξω απ’ τον πίνακα σε
μυτούλες. Τα χέρια της τυλιγμένα γύρω απ’ τη μέση σου και περνάς αργά τον
επαρχιακό χωρίς να ξέρεις που πας και χωρίς να σε νοιάζει.
Και δεν υπάρχει τίποτα άλλο.
Και το κεφάλι σου έχει γεμίσει μουσική, κι όπως αλλάζει το
τοπίο αλλάζουν και τα κομμάτια. Το μοτόρι κρατάει τα ντραμς και το μπάσο. Η
θάλασσα στα δεξιά σου βάζει τα πνευστά. Και στο μυαλό σου παίζει ένα πιανάκι.
Και δεν υπάρχει τίποτα άλλο.
Δεν έχει σημασία τι ώρα είναι, πόση βενζίνα έχει μείνει, που
πας, τι μηχανάκι έχεις, τίποτα δεν έχει σημασία.
Γιατί τίποτα άλλο δεν υπάρχει.
Κι όπως σουρουπώνει νιώθεις να ακουμπάει το κεφάλι της πάνω
σου, κι ούτε ξέρεις πόσα χιλιόμετρα έχεις κάνει, ούτε σε νοιάζει. Γιατί να
σταματήσεις και να δεις το χάρτη; Σε κάθε διασταύρωση ακολουθείς κι όποιον
δρόμο σου φαίνεται να πηγαίνει πιο μακριά. Δε θες να σταματήσεις,
Γιατί τίποτα άλλο δεν υπάρχει.
Έχει νυχτώσει, γύρω σου βλέπεις τα πρώτα φώτα να ανάβουν στα
χωριουδάκια που σε λίγο θα περάσεις, και η θάλασσα θα γεμίσει φεγγάρι μαζί με
τα μάτια σου, και θα νιώσεις τα χέρια της να σφίγγονται λίγο ακόμα πάνω σου
χωρίς να μιλάει
Και κανείς δε μιλάει γιατί δεν θέλει να σπάσει τη στιγμή και
να την κάνει θρύψαλα, νιώθεις ότι κινείσαι σε μια εύθραυστη γραμμούλα, μια
αρμονία ονειρική, που…. σε γεμίζει – νιώθεις τα μαλλιά της στο χέρι σου
στιγμιαία
Και τίποτα άλλο δεν υπάρχει.
Ούτε σημείο εκκίνησης, ούτε προορισμός, μόνο το ταξίδι. Μια
σιωπή χωρίς μοναξιά. Μια σιωπή προτιμότερη από φλύαρες θλίψεις. Το μοτέρ
συνεχίζει το στακάτο του χτύπημα, όρκο θα παιρνες ότι οι ρόδες δεν αγγίζουν
κάτω.
Και τίποτα άλλο δεν υπάρχει.
Πέμπτη 5 Απριλίου 2012
Άλογα Παράλογα
Η soulmate μου η Bonnie, φανατική Triumphista και από τα πιο gagan άτομα που έχω γνωρίσει έφτιαξε πρόσφατα μια σελίδα στο φάτσαμπουκ με τίτλο Motorcycle Tourism in Greece.
Χαζεύω λοιπόν το πρωί τις φωτογραφίες, μισονυσταγμένος και όπως τις περνάω.... για στάσου....
μου κάνει κλικ.... και ξαναγυρίζω πίσω.
Θα μου πείτε σιγά την εκπληκτική φωτό. Και όμως. Έχει κάτι... δεν έχει; Μόνο που την είδα μου θύμησε όλες τις εκδρομές τις εφηβικές που είχα κάνει, τόσο απλά και τόσο ωραία. Και λεω κοιταξε να δεις που καθόμαστε και αναλωνόμαστε πλέον στα άλογα τα παράλογα....
Είχα σκεφτεί λοιπον να γράψω ένα ωραίο αρθράκι για το μπλογκ, είχα σκεφτει και θεματικη προταση, τι να σου λεω τωρα, μονο παραγραφους δεν ειχα κανει. Για το ποσο απλα ειναι τα πραγματα στην ουσια τους κτλ κτλ.
Το κακο ειναι οτι δεν το γραψα σπιτι, λεω θα το γραψω στη δουλεια.
Οπου φυσικα ερχομαι με το 1300.
Κι εχει και μια ανηφορα τεραστια στην οποια ριχνω κλασσικα ενα γκαζιδι.
Κι οπως σκεφτομαι αφηρημενα ποσο δεν χρειαζομαστε ολα αυτα τα κερατα φευγει ο κωλος μια, αρχιζει και γρυλλιζει και λιγο ο Οβελιξάκος, και παρε κι αυτη και παρε κι εκεινη κι εχω ανεβει την ανηφορα με μια κωλια γαμω τα ολα, χρυση σελιδα, κι εχω ξεχασει και τη χαρα του μοτοσυκλετισμου και ριχνω κι αλλα δυο γκαζιδια στην ευθεια και διπλωνει, και κατεβαζω και μια ετσι για το γαμωτο (στον οβελιξ οι ταχυτητες ειναι καθαρα θεμα ακουστικης, κανονικα θα επρεπε να χει μονο δευτερα-πεμπτη) και τωρα δε μου βγαινει το αρθρο.
Κατι κανω λαθος. Θα ξαναδω τη φωτογραφια μπας και θυμηθω τι ηθελα να γραψω.
Οσοι εχετε φατσαμπουκ παντως δειτε τη σελίδα, αξίζει.
Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012
Σικνες 2
φλασιά που ήρθε χτες. Οσο κοιταω πισω τοσο βγαινουν πραγματα στην επιφανειαν.
Εχουμε φυγει βραδυ μια παρεα ουτε θυμαμαι απο που, με οχημα ενα Σιτροεν Πονυ
(τα θυμαται κανεις; )
Ειμαστε λοιπον ολοι στην καροτσα, με κεινη την υφασματινη μλκια απο πανω. Αερας που να παιρνει τον κοσμο, βροχη με το τουλουμι, πηγαινουμε στην παραλιακη και το Πονυ τα χει δει ολα.
Μπροστα μας δεξια πλησιαζουμε ενα τυπο με μια Φλορεττα που κινειται με μια δυναμη F που του δινει η Φλορεττα και ειναι 5 χλμ, κινειται αριστερα δεξια απ τον αερα με αντιθετες δυναμεις F2 - F3 που τον εχουν ξεσκισει και τρωει τοσο αερα και βροχη στη μαπα που ειναι απιστευτο. Φοραει ενα κιτρινο μουσαμα που πεταει σαν το αερικό και μπαλατζαρει ολοκληρος. Θεομηνια.
Με το που τον πλησιαζουμε, σιγουρα επαιξαν ρολο και οι 75 μπυρες μαζι με τα 124 σφηνακια που ειχαμε κατεβασει, πεταμε πανω το σκεπαστρο του Pony και κανουμε ολοι μαζι γκριματσες φωναζοντας
ΓΚΑΟΥΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΖΑΖΑΖΑΖΑΖΑ
ΓΚΑΟΥΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΖΑΖΑΖΑΖΑΖΑ
Ουτε ξερω πως εμεινε ορθιος. Ο μουσαμας εφυγε απ ολες τις μεριες, το τιμονι, τα φρενα, οτι να ναι. Ουτε σε GP δε βλεπεις τετοιο σωσιμο. Το κακο ειναι οτι μας πηρε απο πισω. Με το Πονυ φορτωμενο ειχαμε τελικη 30? 40? Με τοσους μαντραχαλους στην καροτσα?
Ο τυπος ειχε ενα χρυσο δοντι, το εβλεπα οπως γρυλλιζε, και μια μουστακα που εσταζε απ τη βροχη. Παρα τον αερα ακουγαμε τα μπινελικια ντολμπυ σαρραουντ. Μας πηρε απο πισω και μας ειχε στα 10 μετρα. Κι εμεις επρεπε να παμε σπιτια. Μλκια.
Εμπαινε το Πονυ στα στενα με οσα ειχε, και πηδαγαμε απ την καροτσα οπου εμενε ο καθενας. Με το που πηδαγες ετρεχες. Εμενα με κοιταξε αγριεμενος αλλα συνεχισε να ακολουθει το Πονυ, ουτε ξερω τι εγινε οταν εμεινε ενας στην καροτσα.
Τι να κλασει κι η Άγκαθα Κριστι, αυτα ειναι τα θριλερ. Αμα ξερατε ΠΟΣΑ τετοια θυμαμαι θα τρομαζατε..
Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012
Βλαβη
Γενικα αυτα τα 1300 πρεπει να χουνε σχεδιαστικο προβλημα κατι.
Γιατι μπορει το πρωι που ερχεσαι στη δουλεια να σκεφτεσαι τι παπι που ειναι μες στην πολη και εκει που πας χρησιμοποιώντας 50 κυβικα να του παιξεις το γκαζιδι και να σου ρθουν τα αλλα 1250 καπελλο και μετα μονο απο κωλοφαρδια δε θα τσακιστεις πανω στο τσινκουετσεντο που παει μπροστα.
Και το τσινκουετσεντο να αποφυγεις βεβαια, τα ματια σου θα χουν γινει σαν τα πιατα, το ποδι σου θα ψαχνει το παταρακι, θα κρατιεσαι απ τα γκριπ κι ο κωλος θα γραφει ΖΖΖΖΖΖSSSSZZZ καμια 50αρια μετρα.
Και με καινουρια λαστιχα.
Δε μου συνεβη ποτε εμενα αυτο, και ειδικα σημερα, απλα το χω ακουσει οτι εχουν ενα σχεδιαστικο προβλημα αυτα τα μπολντορ και το κανουν αυτο απ' το 80 κι ακομα να το εξαλειψουν.
Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011
Στιγμες Ξεφτίλας
Τομος 1
Μου το θυμισε ο Monk με κατι που εγραψε, οτι ποτε δεν κυνηγας σε διαδρομη καποιον που παει στο χωριο ΤΟΥ στον επαρχιακο, γιατι θα σε σκισει αλυπητα. Με οτι να ναι. Και θα μεινεις ν αναρωτιεσαι τι τα θελεις τοσα αλογα τροχο.
Θυμαμαι ειχα πρωτοπαρει το 1300 και πηγαινα επαρχιακο προς ενα χωριο, οχι γρηγορα, λιγο σβελτα. Περναω κατι γιωταχι, αλλα γιωταχι, παει μπροστα ενα αγροτικο αρχαιο Μαζντα, σαπιο ολο. Η καροτσα ηταν απ την εποχη του Cro Magnon. Και να δεις που δεν τον φτανω, σταθερη αποσταση. Κλειστος δρομος σχετικα. Λεω κοιτα να δεις. Χα χα. Δινω λιγο ακομα, μπα. Να δεις που μου φευγει κιολας.
ΕΛΑ ΜΗΝ ΤΑ ΠΑΡΩ ΤΩΡΑ. ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΜΑΖΝΤΑ ΜΕ ΤΟ ΜΠΑΡΜΠΑ. Δινω κανω δειχνω, καλιφορνια σουπερμπαικ τον πλησιαζω και ναι και ελα και λιγο κι ετσι κερδισε κι ο Ροσσι μια φορα ελα μπορεις - και την ωρα που τον εχω φτασει κι ειμαι στο τσακ για την ενεσα με περναει με +60 ενα διαλυμενο Bros 400 με λαστιχα φυτιλια, με αναρτησεις σωβρακο, απ το ιδιο χωριο ο τυπος και χανεται στο ηλιοβασιλεμα.
Ουτε το Μαζντα δεν περασα. Εκανα αναστροφη και γυρισα.
Στο δρομο πετυχα ευτυχως 2 Βιστρομ. Ακομα θα με βριζουνε.
Μου το θυμισε ο Monk με κατι που εγραψε, οτι ποτε δεν κυνηγας σε διαδρομη καποιον που παει στο χωριο ΤΟΥ στον επαρχιακο, γιατι θα σε σκισει αλυπητα. Με οτι να ναι. Και θα μεινεις ν αναρωτιεσαι τι τα θελεις τοσα αλογα τροχο.
Θυμαμαι ειχα πρωτοπαρει το 1300 και πηγαινα επαρχιακο προς ενα χωριο, οχι γρηγορα, λιγο σβελτα. Περναω κατι γιωταχι, αλλα γιωταχι, παει μπροστα ενα αγροτικο αρχαιο Μαζντα, σαπιο ολο. Η καροτσα ηταν απ την εποχη του Cro Magnon. Και να δεις που δεν τον φτανω, σταθερη αποσταση. Κλειστος δρομος σχετικα. Λεω κοιτα να δεις. Χα χα. Δινω λιγο ακομα, μπα. Να δεις που μου φευγει κιολας.
ΕΛΑ ΜΗΝ ΤΑ ΠΑΡΩ ΤΩΡΑ. ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΜΑΖΝΤΑ ΜΕ ΤΟ ΜΠΑΡΜΠΑ. Δινω κανω δειχνω, καλιφορνια σουπερμπαικ τον πλησιαζω και ναι και ελα και λιγο κι ετσι κερδισε κι ο Ροσσι μια φορα ελα μπορεις - και την ωρα που τον εχω φτασει κι ειμαι στο τσακ για την ενεσα με περναει με +60 ενα διαλυμενο Bros 400 με λαστιχα φυτιλια, με αναρτησεις σωβρακο, απ το ιδιο χωριο ο τυπος και χανεται στο ηλιοβασιλεμα.
Ουτε το Μαζντα δεν περασα. Εκανα αναστροφη και γυρισα.
Στο δρομο πετυχα ευτυχως 2 Βιστρομ. Ακομα θα με βριζουνε.
Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011
Θελω καποια μερα να κατσω να γραψω τις εντυπωσεις μου απ' οσο καιρο το χρησιμοποιω κι ολο βλεπω και κατι καινουριο και λεω κατσε να το προσθεσω κι αυτο - κι ολο δεν γραφεται το κειμενακι.
Το κουμπι με το λάικ ειναι απο μονο του μαγεια.
Γραφει ο αλλος 'ω ρε γαμωτο κωλομερα δεν την παλευω καθολου, ειμαι σκατα'. Εφτα λάικ απο κατω.
Χαιρεκακος ρπμ.
Ασε τις φωτογραφιες. Αν λες ψεμματα μια με τα λογια με τις φωτογραφιες οργιαζεις. Εχει κατι τυπους που παιρνουν φωτο το ποδι τους και την παραλια. Εχει κατι τυπισσες και βγαζουν φωτο το ματι με τη βλεφαριδα και αλλες 13 φωτο ενα μονοκερο και 2 τακουνια.
Εχει αλλους που δε βαζουν καμια φωτογραφια. Τιποτα. Ουτε ταυτοτητας να ξερεις ποιος ειναι.
'Αν δεν εισαι φιλος με την Τουγκα-Καραχισαρίδη Καραμπαρνιά δεν μπορείς να δεις το προφιλ της.'
Στο μεταξυ ολοι σου οι φιλοι, μα ΟΛΟΙ εχουν απο 15 γνωστες που ανετα θα εβγαιναν μις Βραζιλια. Και λες που διαολο την ξερει αυτη ο Παντελης; Αυτος ολη μερα στο προποτζιδικο ειναι. Μπαινεις σε κατι διαδικασιες γμσε τα.
Φυσικα εχει και τις αλλες. Κατι φωτογραφιες με 16χρονα, ξωφαλτσες με κατι ντουζιερες απο πανω, τρια βρακια μωβ το ενα πανω στ' αλλο, μια μαντηλα στο κεφαλι, το μπουτι εξω, κι απο κατω 1475 σχολια. Eisai thea pw pw, wraia fwto κτλ κτλ
Εχει κι αλλους της παλιας σχολης, 'φτου σου κοπελαρα μου', οποτε το δω τραγουδαω βλαχικα 'ε ρι τι μου κανς πωπωπωωωω'
Οι καλυτεροι μου παντως ειναι οι γκραντ. Οι λαρτζ. Βλεπεις φωτο κι εχει: Φερραρι, πιστα Ιμολα, Μοντεκάρλα, παραλιες εγκζότικ. Ο τυπος εχει χαλαρα φιατ Τιπο που λειπει ο προφυλακτηρας κι αμα τον πιασουνε θα τον γμσουνε για ΚΤΕΟ κι αν δεις το προφιλ νομιζεις οτι δουλευει σχεδιαστης freelancer για τη Λαμποργκινι και την Pagani-Zonda.
Αλλο που μ αρεσει ειναι τα συναισθηματικα. 'Βαρανε τα σκυλια. Γιατι βαρανε τα σκυλια; Αμα θες να μη βαρανε τα σκυλια βαλτο στο προφιλ σου'.
Γιατι, αμα το βαλω θα σηκωθει το πρωι ο πέτσακας στο Ζαρο και θα πει κατσε μην κλωτσησω το σκυλο σημερα γιατι εβαλε ο Αλεξακης στο προφιλ κοπυ-παιηστ το τσιτάτο;
Υπαρχουν και καλυτερα. 'Ο καρκινος σκοτωνει. Βαλτο στο προφιλ σου για τα θυματα κτλ.'
Καλε ρε φιλε, πες ο πετσακας εχει μια στο 1,000,000 πιθανοτητα να με διαβασει. Η ασθενεια ποσες εχει;
Συνεχιζεται γιατι πηζω!
Το κουμπι με το λάικ ειναι απο μονο του μαγεια.
Γραφει ο αλλος 'ω ρε γαμωτο κωλομερα δεν την παλευω καθολου, ειμαι σκατα'. Εφτα λάικ απο κατω.
Χαιρεκακος ρπμ.
Ασε τις φωτογραφιες. Αν λες ψεμματα μια με τα λογια με τις φωτογραφιες οργιαζεις. Εχει κατι τυπους που παιρνουν φωτο το ποδι τους και την παραλια. Εχει κατι τυπισσες και βγαζουν φωτο το ματι με τη βλεφαριδα και αλλες 13 φωτο ενα μονοκερο και 2 τακουνια.
Εχει αλλους που δε βαζουν καμια φωτογραφια. Τιποτα. Ουτε ταυτοτητας να ξερεις ποιος ειναι.
'Αν δεν εισαι φιλος με την Τουγκα-Καραχισαρίδη Καραμπαρνιά δεν μπορείς να δεις το προφιλ της.'
Στο μεταξυ ολοι σου οι φιλοι, μα ΟΛΟΙ εχουν απο 15 γνωστες που ανετα θα εβγαιναν μις Βραζιλια. Και λες που διαολο την ξερει αυτη ο Παντελης; Αυτος ολη μερα στο προποτζιδικο ειναι. Μπαινεις σε κατι διαδικασιες γμσε τα.
Φυσικα εχει και τις αλλες. Κατι φωτογραφιες με 16χρονα, ξωφαλτσες με κατι ντουζιερες απο πανω, τρια βρακια μωβ το ενα πανω στ' αλλο, μια μαντηλα στο κεφαλι, το μπουτι εξω, κι απο κατω 1475 σχολια. Eisai thea pw pw, wraia fwto κτλ κτλ
Εχει κι αλλους της παλιας σχολης, 'φτου σου κοπελαρα μου', οποτε το δω τραγουδαω βλαχικα 'ε ρι τι μου κανς πωπωπωωωω'
Οι καλυτεροι μου παντως ειναι οι γκραντ. Οι λαρτζ. Βλεπεις φωτο κι εχει: Φερραρι, πιστα Ιμολα, Μοντεκάρλα, παραλιες εγκζότικ. Ο τυπος εχει χαλαρα φιατ Τιπο που λειπει ο προφυλακτηρας κι αμα τον πιασουνε θα τον γμσουνε για ΚΤΕΟ κι αν δεις το προφιλ νομιζεις οτι δουλευει σχεδιαστης freelancer για τη Λαμποργκινι και την Pagani-Zonda.
Αλλο που μ αρεσει ειναι τα συναισθηματικα. 'Βαρανε τα σκυλια. Γιατι βαρανε τα σκυλια; Αμα θες να μη βαρανε τα σκυλια βαλτο στο προφιλ σου'.
Γιατι, αμα το βαλω θα σηκωθει το πρωι ο πέτσακας στο Ζαρο και θα πει κατσε μην κλωτσησω το σκυλο σημερα γιατι εβαλε ο Αλεξακης στο προφιλ κοπυ-παιηστ το τσιτάτο;
Υπαρχουν και καλυτερα. 'Ο καρκινος σκοτωνει. Βαλτο στο προφιλ σου για τα θυματα κτλ.'
Καλε ρε φιλε, πες ο πετσακας εχει μια στο 1,000,000 πιθανοτητα να με διαβασει. Η ασθενεια ποσες εχει;
Συνεχιζεται γιατι πηζω!
Παρασκευή 29 Ιουλίου 2011
TΡΟΜΑΚΤΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΚΑΛΥΨΙΣ
Έχω στα χέρια μου στοιχεία από ανασκαφές της Κνωσσού που θα κάνουν πάταγο. Γνωρίζετε όλοι το μύθο του Μινώταυρου που κάθε χρόνο του έστελναν 7 νεαρά αγόρια και 7 νεαρά κορίτσια και τα έριχναν στο λαβύρινθο για να τα φάει.
Φαίνεται όμως ότι ο Μίνωας είχε πολλά οικονομικά προβλήματα. Κατ’ αρχήν ανακαλύφθηκε ότι κάτι λαμόγια είχαν μπει στη μέση γιατί όπως αποδείχτηκε έστελναν 9 αγόρια και 9 κορίτσια αλλά κάτι είχε γίνει με τις συμβάσεις και κάποιοι έπαιρναν μίζα και τελικά από τα 18 φτάνανε τα 14.
Κατέβηκε λοιπόν ένα κλιμακιο για να δει τι παίζεται αλλα ακρη δε μπορούσε να βρει. Ο Μίνωας τα μισα χαρτιά έλεγε ότι τα χε δώσει στην Πασιφάη κι αυτή τα χασε, κάτι άλλη ήτανε σ’ ένα πυθάρι και το χανε κάτω στην αποθήκη, τρέχα γύρευε.
Βρήκανε το Μινώταυρο και του λένε κοίτα να δεις κάτι πρέπει να γίνει – με αποτέλεσμα να τα πάρει στο κρανίο.
‘Κάτσε ρε φίλε. Δηλαδη δε φτανει που ειμαι κερατας, δε φτανει που ειμαι ολο το χρόνο στην υπόγα, δε φτάνει που τρώνε τα λαμόγια από πανω, ΕΓΩ θα την πληρώσω και τη μιζα; ’
‘Ναι’ του λενε ‘αλλα και τα 14 που παιρνεις, 7 αγόρια – 7 κορίτσια σε φτάνουνε μια χαρα. 7+7 = 14. Δηλαδη ένα για κάθε μηνα, κι ένα δωρο πασχα και χριστούγεννα. Λοιπόν, για να ρεφάρουμε, αυτά τα δώρα θα κοπούνε. 12 θα παίρνεις, 6+6. Μια χαρά σε φτάνουνε. Ασε που εχεις παχύνει, δε θα σου κάνει κακό και μια δίαιτα. Κοίτα κάτι μπάκες’
Ξανακατέβηκε στο λαβύρινθο και μόνο κουτουλιές που δεν έπαιζε. Ακου μια χαρα 6+6. Κι εκει που μουρμουραγε τον ξαναφωναζουνε. ‘Βλεπουμε’ του λενε ‘εδώ κατι ενσημα περασμενα βαρεα. Γιατι βαρεα;’
‘Τι γιατι βαρεα; Πλακα με κανεις ρε φιλε; Ολη μερα στο λαβυρινθο, φως τιποτα, νερο απ το λακκο, ιντερνετ δεν πιανει ουτε με σφαιρες, και να μην παιρνω βαρεα;’
‘Πολλα είναι. Σε όλους τα κοβουμε. Καλα πηγαινε, και θα δουμε τι θα γινει.’
Δεν περναει η βδομαδα, τσουπ, να το παλι το κλιμακιο. Ειχε αρχισει να σαλταρει.
‘Ρε παλικάρια δεν πατε να πιασετε το Μινωα να με παρατησετε κι εμενα; Αντε μην παρει κανενα μας κανας διαολος.’
‘Δε μου λες, εσυ ποσες ωρες δουλευεις;’
‘Τι ποσες ωρες δουλευω;’
‘Στο λαβύρινθο.’
‘Τι πόσες; Ολη μερα κει κατω ειμαι.’
‘Ναι και τρομάζεις τον κόσμο ε;’
‘Ναι.’
‘Ναι αλλα δεν εχει κόσμο συνεχεια.’
‘Ενταξει, εχει άλλες ωρες που είναι λασκα κι άλλες πιο φορτωμενες. Πριν τις Πανμινωικες εξετασεις ας πουμε ολοι στελνουν τα πιτσιρικια, χαμος γινεται.’
‘Ναι αλλα έχεις και πολύ λασκα. Θα σε βάλουμε ευέλικτο ωράριο.’
‘Δηλαδη;’
‘Βραδια μονο. Πρωινά θα έχεις άδεια.’
‘Τι να την κανω; Αφου δε βγαινω απ το λαβύρινθο.’
‘Βγες. Τι μας το λες εμας; Εμεις θα στα λυσουμε όλα τα προβληματα; Αρκετα με το αραλικι. Βρες κατι άλλο να κανεις τα πρωινα.’
‘Ως Μινώταυρος;’
‘Μπορεις να κοιταξεις και άλλες καριερες, με τη δια βιου εκπαιδευση.’
‘Ναι; Και τι να γίνω; Ελφ;’
‘Δεν είναι κακη ιδεα. Δε θελει και μεγαλο αρχικο κεφαλαιο. Δυο μανταλακια για τ’ αυτια και κρυβεσαι στα χόρτα.’
Τωρα ο Μινωταυρος περναει κοτσανι. Παει το 7+7, παει το ευελικτο. Ανεβηκε πανω, πλακωσε στα κλωτσιδια το Μινωα και τον εχωσε στο Λαβυρινθο μαζι με το κλιμακιο. Φυσικα τους εχει σε ευελικτο και χωρις βαρεα. Σιγα τη δουλεια που κανουνε πια.
Φαίνεται όμως ότι ο Μίνωας είχε πολλά οικονομικά προβλήματα. Κατ’ αρχήν ανακαλύφθηκε ότι κάτι λαμόγια είχαν μπει στη μέση γιατί όπως αποδείχτηκε έστελναν 9 αγόρια και 9 κορίτσια αλλά κάτι είχε γίνει με τις συμβάσεις και κάποιοι έπαιρναν μίζα και τελικά από τα 18 φτάνανε τα 14.
Κατέβηκε λοιπόν ένα κλιμακιο για να δει τι παίζεται αλλα ακρη δε μπορούσε να βρει. Ο Μίνωας τα μισα χαρτιά έλεγε ότι τα χε δώσει στην Πασιφάη κι αυτή τα χασε, κάτι άλλη ήτανε σ’ ένα πυθάρι και το χανε κάτω στην αποθήκη, τρέχα γύρευε.
Βρήκανε το Μινώταυρο και του λένε κοίτα να δεις κάτι πρέπει να γίνει – με αποτέλεσμα να τα πάρει στο κρανίο.
‘Κάτσε ρε φίλε. Δηλαδη δε φτανει που ειμαι κερατας, δε φτανει που ειμαι ολο το χρόνο στην υπόγα, δε φτάνει που τρώνε τα λαμόγια από πανω, ΕΓΩ θα την πληρώσω και τη μιζα; ’
‘Ναι’ του λενε ‘αλλα και τα 14 που παιρνεις, 7 αγόρια – 7 κορίτσια σε φτάνουνε μια χαρα. 7+7 = 14. Δηλαδη ένα για κάθε μηνα, κι ένα δωρο πασχα και χριστούγεννα. Λοιπόν, για να ρεφάρουμε, αυτά τα δώρα θα κοπούνε. 12 θα παίρνεις, 6+6. Μια χαρά σε φτάνουνε. Ασε που εχεις παχύνει, δε θα σου κάνει κακό και μια δίαιτα. Κοίτα κάτι μπάκες’
Ξανακατέβηκε στο λαβύρινθο και μόνο κουτουλιές που δεν έπαιζε. Ακου μια χαρα 6+6. Κι εκει που μουρμουραγε τον ξαναφωναζουνε. ‘Βλεπουμε’ του λενε ‘εδώ κατι ενσημα περασμενα βαρεα. Γιατι βαρεα;’
‘Τι γιατι βαρεα; Πλακα με κανεις ρε φιλε; Ολη μερα στο λαβυρινθο, φως τιποτα, νερο απ το λακκο, ιντερνετ δεν πιανει ουτε με σφαιρες, και να μην παιρνω βαρεα;’
‘Πολλα είναι. Σε όλους τα κοβουμε. Καλα πηγαινε, και θα δουμε τι θα γινει.’
Δεν περναει η βδομαδα, τσουπ, να το παλι το κλιμακιο. Ειχε αρχισει να σαλταρει.
‘Ρε παλικάρια δεν πατε να πιασετε το Μινωα να με παρατησετε κι εμενα; Αντε μην παρει κανενα μας κανας διαολος.’
‘Δε μου λες, εσυ ποσες ωρες δουλευεις;’
‘Τι ποσες ωρες δουλευω;’
‘Στο λαβύρινθο.’
‘Τι πόσες; Ολη μερα κει κατω ειμαι.’
‘Ναι και τρομάζεις τον κόσμο ε;’
‘Ναι.’
‘Ναι αλλα δεν εχει κόσμο συνεχεια.’
‘Ενταξει, εχει άλλες ωρες που είναι λασκα κι άλλες πιο φορτωμενες. Πριν τις Πανμινωικες εξετασεις ας πουμε ολοι στελνουν τα πιτσιρικια, χαμος γινεται.’
‘Ναι αλλα έχεις και πολύ λασκα. Θα σε βάλουμε ευέλικτο ωράριο.’
‘Δηλαδη;’
‘Βραδια μονο. Πρωινά θα έχεις άδεια.’
‘Τι να την κανω; Αφου δε βγαινω απ το λαβύρινθο.’
‘Βγες. Τι μας το λες εμας; Εμεις θα στα λυσουμε όλα τα προβληματα; Αρκετα με το αραλικι. Βρες κατι άλλο να κανεις τα πρωινα.’
‘Ως Μινώταυρος;’
‘Μπορεις να κοιταξεις και άλλες καριερες, με τη δια βιου εκπαιδευση.’
‘Ναι; Και τι να γίνω; Ελφ;’
‘Δεν είναι κακη ιδεα. Δε θελει και μεγαλο αρχικο κεφαλαιο. Δυο μανταλακια για τ’ αυτια και κρυβεσαι στα χόρτα.’
Τωρα ο Μινωταυρος περναει κοτσανι. Παει το 7+7, παει το ευελικτο. Ανεβηκε πανω, πλακωσε στα κλωτσιδια το Μινωα και τον εχωσε στο Λαβυρινθο μαζι με το κλιμακιο. Φυσικα τους εχει σε ευελικτο και χωρις βαρεα. Σιγα τη δουλεια που κανουνε πια.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









