Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Ντάμα Κούπα.

Δεν το είχε αγοράσει το BSA. Το είχε κλέψει. Μέρα μεσημέρι.

Φάτσα κάρτα απέναντι από το μουτζούρικο, σ’ ένα στενό νοικιάρικο σπιτάκι έμενε ο Στράτος ο Ρήγας. Το Στράτος ήτανε το όνομα του παππού και το Ρήγας κόλλησε μια και ο Στράτος τη ζωή την έβλεπε ανάλογα τη μέρα καρώ, σπαθάτη ή γύφτικη. Τη μια σκόρπαγε λεφτά δεξιά-αριστερά και την άλλη με τα μάτια πρησμένα ζήταγε δανεικά.
Ατέλειωτες ιστορίες που δεν κόλλησε η ντάμα στο βαλέ, δεν κόλλησε ο βαλές στην τσόχα, λεφτά ποτέ δεν κόλλαγαν στην τσέπη του.

Ξύπναγε κοντά τα μεσάνυχτα, τίναζε χέρια-πόδια σαν ακρίδα έτσι ψιλόλιγνος που ήτανε, κι έτρεχε στη λέσχη. Καβάλλαγε τα σκαμπώ, καβάλλαγε τις γυναίκες των άλλων που κερδίζανε, μόνο τη ρημάδα τη ντάμα κούπα δεν καβάλλαγε. Άχτι το’χε. ‘Όλα να μου κάθονται ρε φίλε, αυτή η μαντάμ με το μάτι το τσαχπίνικο δε με γουστάρει. Δε μου κάθεται, πως το λένε.’

Και μια μέρα του’κατσε. Τους πήρε και τα σώβρακα. Τίναζε χέρια σαν τον Δον Κιχώτη με τη Δουλτσινέα Νταμακούπα από δίπλα, πέταγε τα χαρτιά σαν τα καρφιά, μοίραζε, μάζευε τη μπάνκα, δε φοβόταν ούτε θεό ούτε διάολο. Το πρωί έφυγε τελευταίος. Τίγκα οι τσέπες. Μασουράκια τα λεφτά κι ένας συρφετός ρολόγια, βέρες, σταυρουλάκια, καδένες, λίγο ακόμα και θα τους είχε πάρει και κάνα δοντάκι χρυσό. Α ναι, και τη BSA. Σε μια γύρα πήγε η BSA ούτε δεύτερη δεν μπάζωσε. Σκάρταρε το εξάρι και το οχτάρι και μόλις πήρε τα φύλλα τα χτύπησε κάτω με λύσσα ‘φουλ του άσσου με δυο κούκλες, τα βλέπω κύριοι’.

Την παράτησε στην αυλή ξέπνοη μέρες, βδομάδες.

[….]

‘Τι κοιτάς ρε πιτσιρίκο;’

Τον γούσταρε τον Γιάννη γιατί του ‘φερνε γούρι. Τη βραδιά που του ‘κατσε η κούπα τον είχε μελετήσει. Η γειτονιά ήταν μοιρασμένη σε τρία στρατόπεδο. Από δω οι γουρλήδες, περάστε παρακαλώ, από δω οι γκαντέμηδες, μακριά κι αλάργα. Τρίτο στρατόπεδο που αν μεγάλωνε κι άλλο θα πέρναγε το Άουσβιτς, όσοι χρωστούσε.

‘Τη μοτόρα κοιτάς ρε; Γουστάρεις;’

Το γουστάρεις το λες μέχρι και για παγωτό. ‘Γουστάρεις ένα παγωτό;’ Αυτό που ένιωθε ο Γιάννης με τη BSA δεν ήταν ‘γουστάρω’ ήταν στα επίπεδα μιας ‘θα πηδήξω επιτέλους και θα φύγουν και τα σπυράκια’ ονείρωξης. Αλλά πώς να το εξηγήσεις αυτό; Και πώς να το εξηγήσεις και στον πατέρα που είχε βάλει το Στράτο να του ορκιστεί ότι ούτε θα του την πούλαγε ‘τη μοτόρα’ ούτε θα του τη χάριζε ούτε τίποτα. ‘Άστονε, τρελό κεφάλι έχει, ας μην το χει και σπασμένο.’

‘Θα στην έδινα ρε φίλε, αλλά ο κυρ Ανέστης… αφού ξέρεις.’

‘Ξέρω’ έλεγε μαλακά ο Γιάννης και κοίταγε μακριά απ’ τη ‘μοτόρα’ λες και θα την πρόδιδε να το πει κατάφατσα.

Μεγαλωμένος μεσ’ τη μπλόφα ο Στράτος τον κοιτάει μ’ένα σατανικό χαμόγελο. ‘Να στην πουλήσω δε θέλω και δε μπορώ, άσε που δεν έχεις όχι φράγκο, ούτε φόδρα. Να στη χαρίσω θέλω αλλά δε μπορώ, το υποσχέθηκα. Αλλά ξέρεις μια και μένα δε μου κάνουν κέφι τα μοτόρια και να την κλέψει κανείς… δεν θα χάσω ύπνο κατάλαβες;’

Ο Γιάννης τον κοίταγε σα χαζός. Εννοούσε αυτό που…

‘Εγώ τώρα την κάνω και θ’ αργήσω να γυρίσω. Ξεκλείδωτη είναι, τα κλειδάκια στη σέλα από κάτω, ποιος να τα βρει κει πέρα; Ε και στο φινάλε αν την κλέψουν την κλέψανε! Άντε γειά!’

Άνοιξε τις ακριδοποδάρες και χάθηκε πίσω απ’ τη γωνία. Ούτε 10 βήματα δεν είχε κάνει κι άκουσε το μεταλλικό σκούξιμο της μανιβέλας. ‘Α γεια σου’ είπε γελώντας. Άνοιξε το βήμα και χάθηκε στα όνειρα μιας κούπας.

Μακριά πίσω του οι δρόμοι ξεχείλιζαν απ’ το ξερό κροτάλισμα της ‘μοτόρας’.

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2008

BSA DB34 Gold Star


http://www.vintagebike.co.uk/Bike%20Directories/BSA%20Bikes/pages/BSA%20DB34%20.htm


[….]

Έβγαλε στον ήλιο τα πανάκια του και κοίταξε τη γριά. Πόσος καιρός ήταν που την είχε πλύνει; Οι μήνες άρχισαν να κυλάνε ασπρόμαυροι σε μια γωνιά του μυαλού του μέχρι που ούτε ήξερε πόσο πίσω τον πήγαν. Πολύ καιρό. Έτριψε λίγο με τον αντίχειρα το μέταλλο μέχρι να γυαλίσει. Κάτω απ’ τη σκόνη ακόμα αρχόντισσα ήταν η γριούλα. Όσο έτριβε κι όσο την χάιδευε με το μεγάλο σφουγγάρι με τις σαπουνάδες τόσο λες και ένιωθε τη δύναμη στα χέρια του. Το κόκκινο αστέρι, τα ασημί φιλέτα στο ντεπόζιτο, το καπάκι της που πάντα του φαινόταν σαν μεγάλη καρδιά άστραψαν στο απομεσήμερο. Σταμάτησε για λίγο κοιτώντας την λες κι ήταν η πρώτη μέρα.

Έβγαλε τα εργαλεία του προσεκτικά, έσφιξε τις ‘μπόσικες’ της - που πιστές στο καθήκον τους είχαν πάρει μια βόλτα παραπέρα στο παξιμάδι κι ας ήτανε σταματημένη η πριγκηπέσα - έπιασε κόντρα με το χέρι κάτω απ’ σέλα σηκώνοντας την ελαφρά να δει αν έχει πάρει τζόγους. Το μικρό διπλωμένο χαρτάκι, προφυλαγμένο, ατόφιο, γαντζωμένο χρόνια στο σκοτάδι, έπεσε απαλά στον καρπό του. Το άνοιξε αργά, προσπαθώντας να μη λιώσει στα χέρια του.

‘Στις 8, σ’ αγαπώ.’

Και τόσα άδεια χρόνια μετά το σ’ αγαπώ με το μεγάλο καλλιγραφικό 8 δίπλα του, σε μια μικρή αυλή, εκεί στις τέσσερις το μεσημέρι ο χρόνος σταμάτησε να μετράει.

[….]

Πού να την αφήσει ο πατέρας της να τη δει; Σιγά μην δώσει ο κυρ Μάρκος την πριγκηπέσα του στο γιο του Ανέστη του μουτζούρη. Στη ζούλα όλα. Μόνο η μάνα της που το τσακίρικο μάτι δεν άφηνε καρφίτσα να πέσει κάτω τα ήξερε όλα αλλά έκανε το κοροΐδο. Και πάλι όμως δεν ήταν εύκολη ‘η συνάντησις’. Ολόκληρη επιχείρηση στήνανε.

Έφευγε αυτή για ψώνια, κι όπως περνούσε του πάσαρε το ραβασάκι, πάντα βιαστικά γραμμένο με κομμένες ανάσες ‘στις 7.30 εδώ’. Αν τύχαινε και εκείνη την ώρα δούλευε εκείνος στο ‘μουτζούρικο’ του το άφηνε πάνω στη μηχανή. Σφηνωμένο στο τιμόνι, στη σέλα, στο τέλειωμα του ντεπόζιτου. Με τη δικαιολογία μιας ανύπαρκτης φιλενάδας Στέλλας και με τις ανομολόγητα συνένοχες πλάτες της μαμάς φτερούγιζε το σούρουπο κάτω στο δρομάκι και τον έβρισκε να την περιμένει παίζοντας πάντα με χαμόγελο το ραβασάκι στα χέρια του καθώς άναβε τσιγάρο. Δεν του το είχε πει αλλά στην κάφτρα του τσιγάρου στο κακοφωτισμένο στενό, της φαινόταν σαν ένας κουρασμένος άγγελος που ήρθε κι έλαμψε γι’ αυτήν.

Την αγκάλιαζε σφιχτά, παρά τις διαμαρτυρίες της για τα όρνια της γειτονιάς πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα, έβαζε μπρος τη BSA και φεύγανε.

[….]

‘Στις 8, σ’ αγαπώ.’

Ναι ήξερε πότε. Του είχε πει την άλλη μέρα με δάκρυα ότι έμεινε μόνη στο κρύο μισή ώρα (που ήσουν; σε περίμενα, που ήσουν; γιατί-) είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται λίγο πριν εμφανιστεί η κουτσομπόλα της γειτονιάς κι αυτή του σφυρίξει φεύγοντας ‘απόψε, ίδια ώρα.’

Κι εκείνο το βράδυ όταν ανέβηκε στη BSA κι ένιωσε τα χέρια της να τον τυλίγουν σα κρινάκια, ξέχασε τα πάντα, όπως γινόταν κάθε φορά.

‘Και τόσα μοναχικά χρόνια μετά’, ψιθύρισε, ‘έρχεσαι απόψε στις 8 να μου πεις το σ’ αγαπώ που δεν άκουσα.’ Σαν τσίμπημα ήταν στην πλάτη. Κι η ζέστη αφόρητη. Ένιωσε το αίμα να χτυπάει δυνατά στα μηνίγγια του, το χαρτάκι γλίστρησε απ’ το χέρι του. Το αστεράκι της BSA σκοτείνιασε.

‘Κι εγώ.’

Έκλεισε αργά τα μάτια, κι ούτε το εκκωφαντικό χτύπημα του φορείου στις άχρωμες πόρτες τον ξύπνησε.

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

Crash and Burn

Κρασαρε το πιστο μου pc μετα απο 5 χρονια απροσκοπτης λειτουργιας. Το φαγε μπαμπεσικα ενα καταραμενο torrent. Πισωπλατη.

Καινουριος σκληρος, καρτες κτλ και παμε παλι. Επιστρεφω δημήτριος.

Καλημερααααα

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

H πόλη ποτέ δεν κοιμάται

"επανω εκει στον Καρεα ξενυχτησαμε ολο το βραδυ για να γυριστει ,και τελος να κανει με το χαραμα το ελικοπτερο τη ληψη απο ψηλα ,τι μου θυμισατε τωρα να ειστε καλα παιδια "

Το είδα στα σχόλια στο παρακάτω ποστ... δεν ξέρω ποιος το έγραψε...

Μου ζήτησαν την ταινία πάρα πολλοί και για Χ λόγους δεν μπορούσα να τη στείλω. Όποιος θέλει ας απαντήσει σ' αυτό το ποστ και κάτι θα κάνουμε!

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

Η ατάκα

Παίρνει φίλος supersport RRR με ανύπαρκτο κάθισμα συνεπιβάτη, αυτό που ειναι σα μισο τοστ.

Το βλέπει η σύζυγος.

'Και γω που θα κάθομαι;!;!'

'Σπίτι...'

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Green Onions

Μ’ αρέσει πολύ ένα κομμάτι των Booker T. & the MGs, το Green Onions. Έχω κολλημα μ αυτο.  Έχει ένα φοβερά απλό ρυθμό, walkin’ blues σαν να λέμε που με φτιάχνει. Είναι ο ορισμός του ‘groovy’ στην κυριολεξία.

Το άκουγα σήμερα το μεσημέρι πριν τη βόλτα. Πλάκα-πλάκα έγραψε 2,250 χλμ το Γιαμάχα μέσα σε λίγες μέρες. Πάμε. Μάζεψα λίγο το συμπλέκτη και τους τζόγους του γκαζιού και ξεκινάει πλέον πολύ εύκολα. Είναι και η συνήθεια πλέον. Κινούμαι στην πόλη για λίγο με ψηλά τις στροφές για να μη βήχει το μοτέρ κι ακόμα σιγοσφυράω τον Booker T.

Εθνική, μια κάτω, στροφές στις 8,000 και πάρε να χεις. Για να δω πόσο γρήγορα μπορώ να πάω μ’ αυτό εδώ. Καιρό είχα να το πω αυτό, στο 1300 τα όρια έρχονταν γρήγορα, εδώ όχι. Συγκεντρώνομαι στην οδήγηση, οι Booker T. & Σία μαζεύουν βιαστικά μπάσα και ντραμς και φεύγουν απ’ το παράθυρο, σαν τον κλέφτη. Ξέρω πότε πάω αργά και πότε γρήγορα για τα όρια μου και τώρα πάω πολύ γρήγορα. Το FZ είναι διαβήτης, κι όσο πιο πολλά του δίνεις, τόσο κρατάει. Αριστερή – δεξιά με τη σκέψη. Ευθεία, ανοίγει καθαρίζοντας το λαιμό του χωρίς να έχει την κτηνώδη ροπή του Οβελίξ και χωρίς εκείνο το μπάσο δυνατό θόρυβο. Το ψηφιακό παπάρι με πληροφορεί ότι μόλις πέρασα τα 170. Ο αέρας με χτυπάει πολύ λιγότερο και βοηθάει.

Σταματάω σ’ ένα μέρος που σταματάω πάντα, σ’ ένα υψωματάκι που βλέπει τη θάλασσα λίγο πριν τη διασταύρωση της Φόδελε. Κατεβαίνω, έχω ιδρώσει μέσα απ’ το κράνος, ανάβω τσιγάρο. Ήρθα γρήγορα, πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι θα ερχόμουν με το 1300 μακάρι να το έστιβα. Κι είναι κι όμορφο.

Και ξαφνικά είναι όλα άδεια. Κοιτάω ένα μηχανάκι που είναι ένα μηχανάκι. Που δεν ξυπνάει τίποτα, που δεν δίνει φόκο στα κάρβουνα, που δεν αφήνει χώρο στο μυαλό μου για τον Paul Butterfield, και τον Peter Green, αδειάζει τα πάντα. Κι είμαι απλά σ’ ένα ήλιο απρόσωπο, σ’ ένα δρόμο απρόσωπο, σαν να μην τον έχω ξαναδεί. Σαν να μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε δρόμος. Τίποτα δε φαίνεται να σημαίνει κάτι. Αύριο θα σταματήσει κάποιος άλλος εκεί μ’ ένα άλλο μηχανάκι. Τα πάντα ρει και ουδέν μένει. Εκεί νιώθω, στο ουδέν μένει.

Ξαναγυρίζω στο Μανώλη, έχει και δουλειά, δεν του λέω τίποτα, πάω και παίρνω το κλειδί του 1300. Με κοιτάει μου κάνει νόημα ‘τι;’, του κάνω νόημα ‘τίποτα’ και συνεχίζω, κάθομαι πάνω. Στρογγυλά ρολόγια. Με νικελάκι στο στεφάνι. Οι Booker T. & the MGs έχουν ξαναμπεί απ’ το παράθυρο και κουρδίζουν. Βάζω μπροστά. Βλέπω το Μανώλη δίπλα, το μόνο που σκέφτομαι να του πω είναι ‘μπουκωμένο είναι’. Χαμογελάει, και πάει και κάνει χώρο να φύγω. ‘Ε, άντε να το ξεμπουκώσεις.’

Κινούμαι με 1,500 στροφές. Έτσι για το γαμώτο. Τα χέρια μου έχουν ανοίξει τέρμα γιατί το τιμόνι είναι μεγάλο κι είμαι πολύ πιο μακριά του απ’ ότι στο FZ. Τα φρένα μου φαίνονται τρόμος. Αλλά το Green Onions, εκεί, να παίζει στο background.

Ευθεία. Πάρτα. Το λάστιχο κολλάει κάτω, τα χέρια μου πονάνε απ’ το τίναγμα γιατί είχα συνηθίσει να τα δίνω στο Γιαμάχα στις 3,000. Ξύπναγε στις 6,000. Αυτό απλά δεν κοιμάται. Δεν αλλάζω ταχύτητα επίτηδες, του σκίζω την τρίτη κι ακούω την Ακράπα να ουρλιάζει, ένα ουρλιαχτό όχι μοτοτζιπι, το άλλο το αλήτικο, αυτό που άκουγα τα μεσημέρια και να βρίζουνε οι φιλήσυχοι.

Θα με φτάσουν τα φρένα; Βγάζω σώμα και ο Οβελίξ ατάραχος σαν να μην έκανα τίποτα στα άνετα 250+ κιλά του συνεχίζει ευθεία. Δίνω κι άλλη δύναμη στο τιμόνι, κι άλλο, κι άλλο, πόσο θέλει να μπει το μπουρδέλο; Κρατάω σταθερό γκάζι, και πολύ μα πολύ νωρίς τα χώνω όσο πάει. Οι Booker T. έχουν δώσει τη θέση τους προ πολλού για ένα μικρό διάστημα στο Neil Young και καπάκι στο Gallagher.

Mια φορά που παίζαμε κάπου με μια μπάντα, κάποιος μας είχε πει να παίξουμε μια ποπ μαλακία. Και του λέει ένας Άγγλος μπασίστας που είχαμε ‘Sorry mate, we only play dead people.’ To θυμάμαι και σκέφτομαι ‘we only ride dead bikes’ και γελάω.

Φτάνω ξανά Φόδελε, στο ίδιο σημείο, σούρουπο. Κι είναι όλα εκεί. Οι Booker T., οι βρισιές τα μεσημέρια για τα ξετάπωτα, η εκδρομή με το φίλο μου το Μιχάλη με το παπί, νύχτωνε όπως και τώρα όταν σταματούσαμε τα φορτηγά για να τους πουλήσουμε κάτι μλκιες να μας δώσουν λεφτά για βενζίνα. Όλα είναι εκεί.

Ξαναγυρίζω στο Μανώλη. ‘Ξεμπούκωσε;’ ‘Ναι.’ ‘Εσύ ή αυτό;’

Του δίνω το κλειδί του Γιαμάχα. ‘Σίγουρα;’ ‘Ναι.’ ‘Οκ.’

Βιάζομαι να ξαναφύγω. Προλαβαίνω άλλη μια. Άσε που μπαίνει και το Cities on Flame τώρα κι έχω αρπάξει. Παίρνω τηλέφωνο το φίλο που καταλαβαίνει, και του φωνάζω άκου, τραβώντας δυο δυνατές γκαζιές. ‘Το πήρες;!’ ‘Ναι.’ ‘Χαχα.. καλορίζικο.’

Βραδιάζει. Παντού. Διπλό κλειστό σωληνωτό. Μια χαρά είναι. Και τα κωλόφρενα που έχει, μια χαρά είναι. Πάντα κωλόφρενα είχανε τα Μπολντόρ.

Το άλλο μ’ έκανε τζάμπα μάγκα.

Κι όσο γρήγορα και να πήγαινα, ποτέ ρε φίλε δε χώνεψα τις τζάμπα μαγκιές.

Καληνύχτα.

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2008

Perfect Day

που λέει κι ο Lou Reed.

Τι τέλειο έγινε; Πήγα με τον πιτσιρίκο μπάνιο, παίξαμε μπάλα μέχρι τελικής πτώσεως, και μετά χτυπήσαμε μια τέλεια πίτσα με παγωμένη μπύρα εγώ, παγωτάκι μετά στο χέρι και βόλτα την παραλία πάνω-κάτω και μια μικρή νυχτερινή βολτούλα με τη μηχανή.

Δε νιώθω το δεξί μου πόδι, το αριστερό χέρι, τον ένα αγκώνα, τον άλλο ώμο, χτύπησα και το μεγάλο δάχτυλο σ' ένα κοτρώνι και περπατάω σαν το γερο-Λαδά. Αλλά ξεκουράστηκα όσο είχα να ξεκουραστώ πολύ καιρό. Ένα γελαστό απόγευμα. Δε χρειάζομαι τίποτα παραπάνω. Απλότητα. Όμορφα πράγματα.

Καλημέρα

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

Πως είναι;

Περίμενα στο φανάρι και σκάει δίπλα μου. Πιτσιρικάκι, κοντομάνικο, ξεκράνωτος. Παπί τούμπανο και ξετάπωτο. Μαρσάρει σαν τρελλός. Γυρνάει, βλέπει τον Οβελίξ και μένει το μάτι του στα καπάκια. CB1300. Πιάνω το ύφος του... Πως να είναι; Το κοιτάει χωρίς να μπορεί να το πιστέψει.

'Αν το 50άρι το παπί το δικό μου πάει έτσι... αυτό τι κάνει; 26 φορές πάνω τα κυβικά, έλεος. Πως να είναι; Πως να πηγαίνει αυτό το πράγμα; Τι δύναμη έχει; Τελική;'

Έχει κολλήσει να κοιτάει και δεν πιάνει το δικό μου βλέμμα. Καλύτερα.

Πως είναι ρε πιτσιρίκο; Να είσαι 16 και να πιστεύεις ότι δε χρειάζεσαι κράνος γιατί είσαι άφθαρτος. Πως είναι να νιώθεις ότι τίποτα δε μπορεί να πάει στραβά, να μη φοβάσαι; Πως είναι να νιώθεις ότι κανένας δε μπορεί να σ' αγγίξει; Θα σου έδινα μια βόλτα τον Οβελίξ αν φορούσες για λίγο και τα χρόνια μου για να σε γλυτώσουν απ' το θηρίο, και θα παιρνα μια βόλτα το παπί σου μαζί με τα 16 σου χρόνια για να θυμηθώ. ΄

Μου κάνει νόημα 'ωραίο!' και μου δείχνει το 1300 στα καπάκια. Του δείχνω το ανάγλυφο σήμα και μετά το κράνος και γελάει, 'Άμα πάρω κι εγώ τέτοιο θα πάρω και κράνος!' φωνάζει.
Του ξαναδείχνω το κράνος και του λέω πρόσεχε. Γελάει και μου κάνει 'οκ'. Καλούς δρόμους ρε πιτσιρικά και μακάρι να είσαι άφθαρτος όπως νομίζεις.

Καλημέρα.

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2008

Ειμαι ψυχοπαθης Part XXIV

Θέλω βόλτα με το Bol'd'Or. Όχι με το δικό μου, με κείνο το παλιό το 1100 του '82 αν θυμάστε...

Αυτό που δεν πάει, δε στρίβει, δε φρενάρει, δεν, δεν....

Αυτό με την 4 στο χάος που κάνει εκείνο τον ήχο...

Με την καρατιμόνα και τα κύλινδρα να περισσεύουν αριστερά-δεξιά...

Που δεν έχει ούτε ψεκασμό, ούτε εγκεφάλους, τίποτα....

Που ο μόνος εγκέφαλος εκεί πάνω είναι ο δικός σου, κι άμα τα κάνει σκ- - ο δικός σου πάπαλα.

Πήρα πρωί πρωί τηλέφωνο το Μανώλη 'κανόνισε βόλτα την Κυριακή με το μπόλντορα'

'Όνειρο το βλεπες ρε;'

'Κάτι τέτοιο.'

Τώρα δε μένει παρά να περάσει αυτή η βδομάδα...

Και επί τη ευκαιρία πάρτε και μερικές φετιχ-μοτό που θ' αγόραζα αύριο - αναφέρω μόνο τζαπάνια μια και αν μπούμε στα ευρωπαικά θα βραδιαστούμε :

1. Kawasaki Z1300
2. Honda CBX 1050
3. RC30
4. RD350 YPVS
5. GPz 550
6. RVF400
7. XT550
8. Goldwing 1000
9. RGV500Γ
10. XR500R

Καλημέραααααα

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2008

Πιτσιρικας....

μαθητης του φροντιστηριου. Μουρη. Αλανι κι ετσ. Ετων 15, παποβιος.

'Γεια σας κυριε'

'Γεια σου Κωστα'

'Κυριε οδηγησα ενα μηχανακι σαν το δικο σας, καλα παει.'

'Να σαι καλα ρε Κωστα. Σαν το δικο μου οταν λες;'

'Ναι, το ιδιο, το CB'

'Yπάρχει άτομο στο Ηράκλειο που σου έδωσε CB για βόλτα;'

'Ναι κυριε, και το κανα και σουζα. Αλλα μετα την τριτη αμα αλλαξεις ταχυτητα δεν τραβαει πολυ.'

Εκει ειναι που αρχισε να μου γυριζει το ματι.

'Σουζα; Και μισο λεπτο. Ποιο ρε Κωστα δεν τραβαει πολυ; Το 1300; Με τετάρτη ας πουμε;'

'Οχι δεν ηταν το 1300.'

'Τι ηταν;'

'CBR125'

'Κι αυτό ειναι σαν το δικο μου με ποιο τρόπο;'

'CB κύριε, το ίδιο!'

'Ναι κοίτα. Αν τα δεις απο κοντα και σε πολυ φως, και αν - λεω ΑΝ - κοβει και το ματι σου, μπορεις να δεις τις μικροδιαφορες που εκρυψε η Χοντα οπως ας πουμε τις διαφορετικες γωνιες στο τεποζιτο, τους καθρεπτες, και τα +1150 κυβικα.'

'Ε....ναι..... ενταξει.... ΣΙΓΟΥΡΑ το 1300 παει πιο καλα... μαλλον.... για να ναι και τοσα κυβικα...'

'ΑΝΤΕ ΡΕ ΚΩΣΤΑ ΣΤΗΝ ΤΑΞΗ - ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΣΕ ΝΑ ΜΗ ΜΟΥ ΧΕΙΣ ΦΕΡΕΙ ΕΚΘΕΣΗ!'

Μπουχός.

Τι ν' αφνιοι ρε!

Καλημερααααααα