Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2008

BSA DB34 Gold Star


http://www.vintagebike.co.uk/Bike%20Directories/BSA%20Bikes/pages/BSA%20DB34%20.htm


[….]

Έβγαλε στον ήλιο τα πανάκια του και κοίταξε τη γριά. Πόσος καιρός ήταν που την είχε πλύνει; Οι μήνες άρχισαν να κυλάνε ασπρόμαυροι σε μια γωνιά του μυαλού του μέχρι που ούτε ήξερε πόσο πίσω τον πήγαν. Πολύ καιρό. Έτριψε λίγο με τον αντίχειρα το μέταλλο μέχρι να γυαλίσει. Κάτω απ’ τη σκόνη ακόμα αρχόντισσα ήταν η γριούλα. Όσο έτριβε κι όσο την χάιδευε με το μεγάλο σφουγγάρι με τις σαπουνάδες τόσο λες και ένιωθε τη δύναμη στα χέρια του. Το κόκκινο αστέρι, τα ασημί φιλέτα στο ντεπόζιτο, το καπάκι της που πάντα του φαινόταν σαν μεγάλη καρδιά άστραψαν στο απομεσήμερο. Σταμάτησε για λίγο κοιτώντας την λες κι ήταν η πρώτη μέρα.

Έβγαλε τα εργαλεία του προσεκτικά, έσφιξε τις ‘μπόσικες’ της - που πιστές στο καθήκον τους είχαν πάρει μια βόλτα παραπέρα στο παξιμάδι κι ας ήτανε σταματημένη η πριγκηπέσα - έπιασε κόντρα με το χέρι κάτω απ’ σέλα σηκώνοντας την ελαφρά να δει αν έχει πάρει τζόγους. Το μικρό διπλωμένο χαρτάκι, προφυλαγμένο, ατόφιο, γαντζωμένο χρόνια στο σκοτάδι, έπεσε απαλά στον καρπό του. Το άνοιξε αργά, προσπαθώντας να μη λιώσει στα χέρια του.

‘Στις 8, σ’ αγαπώ.’

Και τόσα άδεια χρόνια μετά το σ’ αγαπώ με το μεγάλο καλλιγραφικό 8 δίπλα του, σε μια μικρή αυλή, εκεί στις τέσσερις το μεσημέρι ο χρόνος σταμάτησε να μετράει.

[….]

Πού να την αφήσει ο πατέρας της να τη δει; Σιγά μην δώσει ο κυρ Μάρκος την πριγκηπέσα του στο γιο του Ανέστη του μουτζούρη. Στη ζούλα όλα. Μόνο η μάνα της που το τσακίρικο μάτι δεν άφηνε καρφίτσα να πέσει κάτω τα ήξερε όλα αλλά έκανε το κοροΐδο. Και πάλι όμως δεν ήταν εύκολη ‘η συνάντησις’. Ολόκληρη επιχείρηση στήνανε.

Έφευγε αυτή για ψώνια, κι όπως περνούσε του πάσαρε το ραβασάκι, πάντα βιαστικά γραμμένο με κομμένες ανάσες ‘στις 7.30 εδώ’. Αν τύχαινε και εκείνη την ώρα δούλευε εκείνος στο ‘μουτζούρικο’ του το άφηνε πάνω στη μηχανή. Σφηνωμένο στο τιμόνι, στη σέλα, στο τέλειωμα του ντεπόζιτου. Με τη δικαιολογία μιας ανύπαρκτης φιλενάδας Στέλλας και με τις ανομολόγητα συνένοχες πλάτες της μαμάς φτερούγιζε το σούρουπο κάτω στο δρομάκι και τον έβρισκε να την περιμένει παίζοντας πάντα με χαμόγελο το ραβασάκι στα χέρια του καθώς άναβε τσιγάρο. Δεν του το είχε πει αλλά στην κάφτρα του τσιγάρου στο κακοφωτισμένο στενό, της φαινόταν σαν ένας κουρασμένος άγγελος που ήρθε κι έλαμψε γι’ αυτήν.

Την αγκάλιαζε σφιχτά, παρά τις διαμαρτυρίες της για τα όρνια της γειτονιάς πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα, έβαζε μπρος τη BSA και φεύγανε.

[….]

‘Στις 8, σ’ αγαπώ.’

Ναι ήξερε πότε. Του είχε πει την άλλη μέρα με δάκρυα ότι έμεινε μόνη στο κρύο μισή ώρα (που ήσουν; σε περίμενα, που ήσουν; γιατί-) είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται λίγο πριν εμφανιστεί η κουτσομπόλα της γειτονιάς κι αυτή του σφυρίξει φεύγοντας ‘απόψε, ίδια ώρα.’

Κι εκείνο το βράδυ όταν ανέβηκε στη BSA κι ένιωσε τα χέρια της να τον τυλίγουν σα κρινάκια, ξέχασε τα πάντα, όπως γινόταν κάθε φορά.

‘Και τόσα μοναχικά χρόνια μετά’, ψιθύρισε, ‘έρχεσαι απόψε στις 8 να μου πεις το σ’ αγαπώ που δεν άκουσα.’ Σαν τσίμπημα ήταν στην πλάτη. Κι η ζέστη αφόρητη. Ένιωσε το αίμα να χτυπάει δυνατά στα μηνίγγια του, το χαρτάκι γλίστρησε απ’ το χέρι του. Το αστεράκι της BSA σκοτείνιασε.

‘Κι εγώ.’

Έκλεισε αργά τα μάτια, κι ούτε το εκκωφαντικό χτύπημα του φορείου στις άχρωμες πόρτες τον ξύπνησε.

7 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

respect!
bull

Ο απέναντι είπε...

!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

gsatelite είπε...

ρε συ,μηπως ο Μουρσελας ηταν μαθητης σου;
respect φιλε..

Ανώνυμος είπε...

thanks gia tis yperoxes skepseis...
xebarkos

Dakota είπε...

Σηκώθηκαν οι τρίχες από το σβέρκο μου.

Ανώνυμος είπε...

Πω, πω το φαντάστηκα με τον Νίκο Φέρμα στον ρόλο του Στράτου να λέει τις ατάκες με την χαρακτηριστική φωνή και μάγκικη χροιά του.

Ποιός είναι ο Νίκος Φέρμας;

http://www.youtube.com/watch?v=JIp9_5rXw0o

(Πολυμήχανος)

Bandit1200 είπε...

respect!!!