Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

O αέρας στο στενό



Γεννήθηκα μεγάλος, θυμάμαι… Ποτέ δε με τραβούσαν τα γυαλιστερά κίτρινα χρώματα των πλαστικών παιχνιδιών ή τα κουρδιστά κατακόκκινα αυτοκίνητα παραταγμένα στις βιτρίνες.

Ένιωθα να είμαι πιο κοντά σε αντικείμενα και τοπία που ήταν δεμένα, ντυμένα με μια αίσθηση του χρόνου που περνάει. Μου άρεσε ένας ψηλός πέτρινος τοίχος κοντά στο σπίτι της γιαγιάς μου, με τα χόρτα να σκάνε στις χαραμάδες του, με ονόματα γραμμένα πάνω με κιμωλία, με πέτρες σπασμένες που άντεχαν ακόμα. Ακουμπούσες θυμάμαι το χέρι, έστω παιδικό, κι ένιωθες το χρόνο να κυλάει απαλά πάνω του σα ρεύμα. Ή μήπως τα παιδικά χέρια είναι πιο ευαίσθητα;

Καμιά φορά που φυσούσε έκλεινα τα μάτια. Σούρουπο, στενό το δρομάκι, κι ο αέρας εκεί ποτέ δεν είναι ζεστός. Κοντό παντελονάκι να ανεμίζει, και σηκώνοντας ελαφρά τα δάχτυλα του ποδιού τον ένιωθες να γλιστράει ανάμεσα στις πατούσες και το πέδιλο. Και το ένα χέρι το ακουμπούσα στον τοίχο, και τότε όλα, η γειτονιά, οι φωνές της γειτόνισσας, οι βαθμοί μου στο σχολείο, η Νίκη που ούτε σήμερα με κοίταξε, η μπάλα ποδοσφαίρου που μου σκίστηκε, όλα ήταν εφήμερα, όλα.

Μόνο ο τοίχος ήταν εκεί, πριν έρθουν όλα αυτά. Σαν να υπήρχε πάντα και να σχηματίστηκε γύρω του σιγά σιγά η γειτονιά. Η κυρία Στάσα που είναι πολύ γριά θα ήρθε πρώτη και θα έμεινε απέναντι του, και μετά θα άνοιξε ο ράφτης στη γωνία. Τα χαμόσπιτα αραδιάστηκαν κι ακούμπησαν πλάτη πάνω του στη σειρά και το καφενείο με τους μερακλήδες με τα μουστάκια που κοπάναγαν τα ποτηράκια τη ρακή ήρθε στο τέλος. Κι όταν έλα έφευγαν, όταν στην αυλή της κυρίας Στάσας θα είχε μόνο ξεβαμμένες ορτανσίες, όταν ο ράφτης μάζευε τις κιμωλίες του κι έφευγε, όταν οι μερακλήδες μιλούσαν για τα πόδια που πονάνε κι αυτούς που έφυγαν, ο τοίχος θα ήταν εκεί. Με σημάδια από έρωτες που κράτησαν ή έσβησαν πάνω του. Στέλιος + Μαρία.

Πάντα αναρωτιέσαι όταν τα βλέπεις ε;

Στέλιος και Μαρία.

Άντεξαν;

Κι ο τοίχος εκεί. Το χέρι μου ακουμπισμένο και τα μάτια κλειστά κι η στιγμή να γίνεται αιώνας κι η ψυχή σου κάνει ησυχία για ν’ ακούσει. Κι όλα είναι εφήμερα.

Είχα πάρει μια πέτρα θυμάμαι, ένα κομμάτι του και την είχα κάτω απ’ το μαξιλάρι. Το δικό μου κομμάτι αιωνιότητας. Λίγο πλακουτσωτή με μια μικρή χαρακιά και λίγη γαλάζια μπογιά στη μυτούλα, μάλλον από κάποιο παλιό σύνθημα.

Μ’ άρεσε γιατί ήταν μοναδική. Κανείς άλλος δεν είχε πέτρα σαν τη δική μου. Μια φορά που μιλούσαμε στην τάξη για τα διαμάντια, την είχα στην τσέπη μου και την έδειξα και είπα ότι κι αυτή είναι μοναδική. Ο δάσκαλος με κοίταξε έχοντας χάσει κάθε ελπίδα και μου είπε ότι τα διαμάντια είναι πολύτιμα γιατί είναι σπάνια. Όταν επέμεινα ότι και η πέτρα μου είναι σπάνια κι ότι δεν υπάρχει άλλη τέτοια μου είπε ανεβάζοντας τη φωνή ότι διαμάντια όμως δεν μπορεί να έχει ο καθένας.

Τότε κατάλαβα ότι η ευχαρίστηση του διαμαντιού ήταν όχι ότι ήταν κάτι πολύτιμο αλλά ότι δεν μπορούσε να το έχει κάποιος άλλος. Δε μίλησα αλλά φύλαξα την πέτρα ξανά στην τσέπη.

Την επόμενη φορά που ήμουν στο ίδιο σημείο, που φυσούσε ο ίδιος φθινοπωρινός αέρας – σε κείνο το στενό πάντα φθινόπωρο είναι – σκέφτηκα ότι όσο φυσάει, όσο όλα είναι εφήμερα, τόσο πιο απεγνωσμένα προσπαθούν όλοι να κρατηθούν από πράγματα που δεν τα έχουν άλλοι. Από πράγματα βαριά, σκαλιστά, εντυπωσιακά, από αυτοκίνητα, από έπιπλα, από όπου μπορούν.

Και το μόνο που ήθελα όσο νύχτωνε ήταν να γράψω κάτι στον τοίχο. Δεν θα έμενε, τίποτα δε θα έμενε. Αλλά ο επόμενος που θα περνούσε, αν είχε τα μάτια μου θα είχε κάτι να διαβάσει όσο τον παράσερνε κι αυτόν ο αέρας. Κάτι που θα τον έκανε να χαμογελάσει, κάτι που θα τον έκανε να ανησυχεί λιγότερο. Ένα ποίημα ή μια ζωγραφιά ή δυο αράδες. Κάτι που όταν το δει θα πει ‘κατάλαβα’ και θα κάνει ένα νεύμα. Ένα νόημα γραμμένο με κιμωλία που θα περάσει και στον επόμενο και ίσως και στον επόμενο και στον επόμενο.

Ένας μίτος της Αριάδνης σ’ αυτό τον κόσμο το στενό που όλα είναι εφήμερα. Με την πέτρα στην τσέπη και το χέρι ακουμπισμένο στον τοίχο ακόμα αφουγκράζομαι κι ακόμα όταν κλείσω τα μάτια πολλές φορές ξυπνάω εκεί.

Κι όποιος καταλαβαίνει, βλέπει. Γιατί γι’ αυτό γράφω, για το σημάδι που για λίγο θα θυμίζει ότι και κάποιος άλλος ήταν εκεί κι αυτός ένιωθε έτσι.Τι άλλο έχει σημασία;

Μόνο που νιώθω λίγο κουρασμένος. Κι αυτός ο αέρας πάντα φθινοπωρινός. Και διάλλειμα δεν κάνει για κανένα.



2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ωραίο 'ταξίδι' πάλι... :)

ο τοίχος υπάρχει ακόμα;

Γιάννης.

tifoso4ever είπε...

...IS THERE ANYBODY OUT THERE???