disable copy

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

La Prima Volta

Pick up the pieces - Continued




Τρόμος.


Στο σινεμά ήταν εύκολο, ακόμα το θυμάται. Ήταν ένας τύπος με λαδωμένο τσουλούφι, όρθιο γιακά κι άφιλτρο, έκλεισε το μάτι σ’ ένα πουά κοριτσάκι που τιτίβιζε ντυμένο στα καναρινί, ανέβηκε στη σέλα, άρπαξε το γκάζι κι εξαφανίστηκε στο ηλιοβασίλεμα. Κάτω στη γαλαρία του σινεμά βουναλάκια τα σποράκια απ’ την αγωνία. Η καναρινί έμεινε με τα χέρια σφιγμένα σα τριανταφυλλάκια κι ο γιακάς τράβηξε δυο γκαζιές ακόμα αφήνοντας ένα σκοτεινό απόηχο.


Εδώ δεν ήταν σινεμά, χωρίς το σκηνοθέτη ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα.


Είχε ξαναοδηγήσει μια φορά, το μικρό, του Βασίλη. Αυτή εδώ όμως ήταν άλλο κόλπο. Τον κοίταγε με τα κοντέρ της αριστερά-δεξιά σαν αγριοματάρες, έτρεμε, τιναζόταν, χτύπαγε με δύναμη στα σαμάρια, μούγκριζε σα σκυλί. Έσφιξε γερά το τιμόνι, κάρφωσε τα μάτια του στην ευθεία, αριστερά και δεξιά του να περνάνε όλα όλο και πιο γρήγορα και όλο και-


-και ξαφνικά


δεν ήταν πια στη γειτονιά


στις άκρες των ματιών τουτο κίτρινο της τέντας του μπακάλικου, έπαιξε με το γαλάζιο του ουρανού, στροβιλίστηκαν μαζί και κυλίστηκαν πάνω στο κόκκινο της διπλανής ταμπέλας, έσπασαν σε χίλια κομμάτια πάνω στο χαλκοπράσινο σωρό τα σκουριασμένα σίδερα, έβαψαν με ώχρες και βαθιά μπορντώ το σούρουπο, παντού γύρω του, παντού, όλα ένα κι αυτός με τα μάτια καρφωμένα μπροστά, καμμένα απ’ τον αέρα να κινείται σαν μέσα σε πίνακα, αριστερά και δεξιά του να κυλάει χρώμα ποτάμια, κι αυτός στο φούσκωμα του κύματος να μη σταματάει, μόνο στου πίνακα τη δίνη να βουλιάζει, βαθύ κόκκινο τώρα, ένα ηλιοβασίλεμα δικό του μόνο – κι η μοτόρα να τον σέρνει χωρίς να ξέρει αν τον πηγαίνει σε μαυροπόταμο Αχέροντα ή ουρανό.


Και να μην τον νοιάζει.


Μόνο το τιμόνι κρατούσε γερά.


Κι όταν σταμάτησε ένιωθε σα να χει ζευγαρώσει με τη νύχτα.


Άναψε τσιγάρο, αναστέναξε αργά.


Όρκο θα παιρνε ότι τα μέταλλα της μύριζαν ιδρώτα.

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009

Στην προηγούμενη βόλτα..

έβλεπα το 90% των αναβατών στο δρόμο με δερμάτινα, ξύστρες, κάρμπον στα μηχανάκια, εξατμίσεις, κέρατα (δεν το κατηγορώ, κι εγώ τα ίδια κάνω σε κάποιο βαθμό, απλά το περιγράφω). Αφήνω απέξω όποιον το κάνει για τη μόστρα. Κι αφήνω επίσης απέξω τον κοντράκια, που θέλει σώνει και καλά να ρίξει στους υπόλοιπους.

Εμείς που μένουμε, κι είμαστε νομίζω αρκετοί, τι ψάχνουμε σ' όλη αυτή τη διαδικασία;

Μήπως αυτό που τελικά γυρεύω δεν είναι τίποτα άλλο απ' το ότι ένιωθα στο κόκκινο Velamos πριν πολλά χρόνια και τίποτα παραπάνω; Η αίσθηση ελευθερίας, αλητείας, ταχύτητας ιλιγγιώδους με 30 χλμ στην κατηφόρα; Η αίσθηση ότι υπήρχε χρόνος για όλα; Ότι θα έκανες πετάλι κυνηγώντας ένα ήλιο που δεν έσβηνε;

Και μήπως το να κοιτάω αναρτήσεις, λάστιχα, και το να καβαλάω 1300 κυβικά δεν είναι ο δρόμος; Μήπως κυνηγάω λάθος υπερβολές;

Μήπως αυτό που χρειάζομαι δεν είναι 125 άλογα και κάρμπον αλλά ένα παπάκι που αγκομαχεί στην ανηφόρα και κάνει τα 40 χιλιόμετρα απόσταση να μοιάζουν ένα ατέλειωτο ταξίδι;

Και μήπως όσο βυθίζομαι σε άλλες συνταγές και σε υποτιθέμενες μοτοσυκλετιστικές απλότητες αξίας χιλιάδων, τόσο χάνω το νόημα;

Καλημέρα

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

Ντάμα Κούπα.

Δεν το είχε αγοράσει το BSA. Το είχε κλέψει. Μέρα μεσημέρι.

Φάτσα κάρτα απέναντι από το μουτζούρικο, σ’ ένα στενό νοικιάρικο σπιτάκι έμενε ο Στράτος ο Ρήγας. Το Στράτος ήτανε το όνομα του παππού και το Ρήγας κόλλησε μια και ο Στράτος τη ζωή την έβλεπε ανάλογα τη μέρα καρώ, σπαθάτη ή γύφτικη. Τη μια σκόρπαγε λεφτά δεξιά-αριστερά και την άλλη με τα μάτια πρησμένα ζήταγε δανεικά.
Ατέλειωτες ιστορίες που δεν κόλλησε η ντάμα στο βαλέ, δεν κόλλησε ο βαλές στην τσόχα, λεφτά ποτέ δεν κόλλαγαν στην τσέπη του.

Ξύπναγε κοντά τα μεσάνυχτα, τίναζε χέρια-πόδια σαν ακρίδα έτσι ψιλόλιγνος που ήτανε, κι έτρεχε στη λέσχη. Καβάλλαγε τα σκαμπώ, καβάλλαγε τις γυναίκες των άλλων που κερδίζανε, μόνο τη ρημάδα τη ντάμα κούπα δεν καβάλλαγε. Άχτι το’χε. ‘Όλα να μου κάθονται ρε φίλε, αυτή η μαντάμ με το μάτι το τσαχπίνικο δε με γουστάρει. Δε μου κάθεται, πως το λένε.’

Και μια μέρα του’κατσε. Τους πήρε και τα σώβρακα. Τίναζε χέρια σαν τον Δον Κιχώτη με τη Δουλτσινέα Νταμακούπα από δίπλα, πέταγε τα χαρτιά σαν τα καρφιά, μοίραζε, μάζευε τη μπάνκα, δε φοβόταν ούτε θεό ούτε διάολο. Το πρωί έφυγε τελευταίος. Τίγκα οι τσέπες. Μασουράκια τα λεφτά κι ένας συρφετός ρολόγια, βέρες, σταυρουλάκια, καδένες, λίγο ακόμα και θα τους είχε πάρει και κάνα δοντάκι χρυσό. Α ναι, και τη BSA. Σε μια γύρα πήγε η BSA ούτε δεύτερη δεν μπάζωσε. Σκάρταρε το εξάρι και το οχτάρι και μόλις πήρε τα φύλλα τα χτύπησε κάτω με λύσσα ‘φουλ του άσσου με δυο κούκλες, τα βλέπω κύριοι’.

Την παράτησε στην αυλή ξέπνοη μέρες, βδομάδες.

[….]

‘Τι κοιτάς ρε πιτσιρίκο;’

Τον γούσταρε τον Γιάννη γιατί του ‘φερνε γούρι. Τη βραδιά που του ‘κατσε η κούπα τον είχε μελετήσει. Η γειτονιά ήταν μοιρασμένη σε τρία στρατόπεδο. Από δω οι γουρλήδες, περάστε παρακαλώ, από δω οι γκαντέμηδες, μακριά κι αλάργα. Τρίτο στρατόπεδο που αν μεγάλωνε κι άλλο θα πέρναγε το Άουσβιτς, όσοι χρωστούσε.

‘Τη μοτόρα κοιτάς ρε; Γουστάρεις;’

Το γουστάρεις το λες μέχρι και για παγωτό. ‘Γουστάρεις ένα παγωτό;’ Αυτό που ένιωθε ο Γιάννης με τη BSA δεν ήταν ‘γουστάρω’ ήταν στα επίπεδα μιας ‘θα πηδήξω επιτέλους και θα φύγουν και τα σπυράκια’ ονείρωξης. Αλλά πώς να το εξηγήσεις αυτό; Και πώς να το εξηγήσεις και στον πατέρα που είχε βάλει το Στράτο να του ορκιστεί ότι ούτε θα του την πούλαγε ‘τη μοτόρα’ ούτε θα του τη χάριζε ούτε τίποτα. ‘Άστονε, τρελό κεφάλι έχει, ας μην το χει και σπασμένο.’

‘Θα στην έδινα ρε φίλε, αλλά ο κυρ Ανέστης… αφού ξέρεις.’

‘Ξέρω’ έλεγε μαλακά ο Γιάννης και κοίταγε μακριά απ’ τη ‘μοτόρα’ λες και θα την πρόδιδε να το πει κατάφατσα.

Μεγαλωμένος μεσ’ τη μπλόφα ο Στράτος τον κοιτάει μ’ένα σατανικό χαμόγελο. ‘Να στην πουλήσω δε θέλω και δε μπορώ, άσε που δεν έχεις όχι φράγκο, ούτε φόδρα. Να στη χαρίσω θέλω αλλά δε μπορώ, το υποσχέθηκα. Αλλά ξέρεις μια και μένα δε μου κάνουν κέφι τα μοτόρια και να την κλέψει κανείς… δεν θα χάσω ύπνο κατάλαβες;’

Ο Γιάννης τον κοίταγε σα χαζός. Εννοούσε αυτό που…

‘Εγώ τώρα την κάνω και θ’ αργήσω να γυρίσω. Ξεκλείδωτη είναι, τα κλειδάκια στη σέλα από κάτω, ποιος να τα βρει κει πέρα; Ε και στο φινάλε αν την κλέψουν την κλέψανε! Άντε γειά!’

Άνοιξε τις ακριδοποδάρες και χάθηκε πίσω απ’ τη γωνία. Ούτε 10 βήματα δεν είχε κάνει κι άκουσε το μεταλλικό σκούξιμο της μανιβέλας. ‘Α γεια σου’ είπε γελώντας. Άνοιξε το βήμα και χάθηκε στα όνειρα μιας κούπας.

Μακριά πίσω του οι δρόμοι ξεχείλιζαν απ’ το ξερό κροτάλισμα της ‘μοτόρας’.

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2008

BSA DB34 Gold Star


http://www.vintagebike.co.uk/Bike%20Directories/BSA%20Bikes/pages/BSA%20DB34%20.htm


[….]

Έβγαλε στον ήλιο τα πανάκια του και κοίταξε τη γριά. Πόσος καιρός ήταν που την είχε πλύνει; Οι μήνες άρχισαν να κυλάνε ασπρόμαυροι σε μια γωνιά του μυαλού του μέχρι που ούτε ήξερε πόσο πίσω τον πήγαν. Πολύ καιρό. Έτριψε λίγο με τον αντίχειρα το μέταλλο μέχρι να γυαλίσει. Κάτω απ’ τη σκόνη ακόμα αρχόντισσα ήταν η γριούλα. Όσο έτριβε κι όσο την χάιδευε με το μεγάλο σφουγγάρι με τις σαπουνάδες τόσο λες και ένιωθε τη δύναμη στα χέρια του. Το κόκκινο αστέρι, τα ασημί φιλέτα στο ντεπόζιτο, το καπάκι της που πάντα του φαινόταν σαν μεγάλη καρδιά άστραψαν στο απομεσήμερο. Σταμάτησε για λίγο κοιτώντας την λες κι ήταν η πρώτη μέρα.

Έβγαλε τα εργαλεία του προσεκτικά, έσφιξε τις ‘μπόσικες’ της - που πιστές στο καθήκον τους είχαν πάρει μια βόλτα παραπέρα στο παξιμάδι κι ας ήτανε σταματημένη η πριγκηπέσα - έπιασε κόντρα με το χέρι κάτω απ’ σέλα σηκώνοντας την ελαφρά να δει αν έχει πάρει τζόγους. Το μικρό διπλωμένο χαρτάκι, προφυλαγμένο, ατόφιο, γαντζωμένο χρόνια στο σκοτάδι, έπεσε απαλά στον καρπό του. Το άνοιξε αργά, προσπαθώντας να μη λιώσει στα χέρια του.

‘Στις 8, σ’ αγαπώ.’

Και τόσα άδεια χρόνια μετά το σ’ αγαπώ με το μεγάλο καλλιγραφικό 8 δίπλα του, σε μια μικρή αυλή, εκεί στις τέσσερις το μεσημέρι ο χρόνος σταμάτησε να μετράει.

[….]

Πού να την αφήσει ο πατέρας της να τη δει; Σιγά μην δώσει ο κυρ Μάρκος την πριγκηπέσα του στο γιο του Ανέστη του μουτζούρη. Στη ζούλα όλα. Μόνο η μάνα της που το τσακίρικο μάτι δεν άφηνε καρφίτσα να πέσει κάτω τα ήξερε όλα αλλά έκανε το κοροΐδο. Και πάλι όμως δεν ήταν εύκολη ‘η συνάντησις’. Ολόκληρη επιχείρηση στήνανε.

Έφευγε αυτή για ψώνια, κι όπως περνούσε του πάσαρε το ραβασάκι, πάντα βιαστικά γραμμένο με κομμένες ανάσες ‘στις 7.30 εδώ’. Αν τύχαινε και εκείνη την ώρα δούλευε εκείνος στο ‘μουτζούρικο’ του το άφηνε πάνω στη μηχανή. Σφηνωμένο στο τιμόνι, στη σέλα, στο τέλειωμα του ντεπόζιτου. Με τη δικαιολογία μιας ανύπαρκτης φιλενάδας Στέλλας και με τις ανομολόγητα συνένοχες πλάτες της μαμάς φτερούγιζε το σούρουπο κάτω στο δρομάκι και τον έβρισκε να την περιμένει παίζοντας πάντα με χαμόγελο το ραβασάκι στα χέρια του καθώς άναβε τσιγάρο. Δεν του το είχε πει αλλά στην κάφτρα του τσιγάρου στο κακοφωτισμένο στενό, της φαινόταν σαν ένας κουρασμένος άγγελος που ήρθε κι έλαμψε γι’ αυτήν.

Την αγκάλιαζε σφιχτά, παρά τις διαμαρτυρίες της για τα όρνια της γειτονιάς πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα, έβαζε μπρος τη BSA και φεύγανε.

[….]

‘Στις 8, σ’ αγαπώ.’

Ναι ήξερε πότε. Του είχε πει την άλλη μέρα με δάκρυα ότι έμεινε μόνη στο κρύο μισή ώρα (που ήσουν; σε περίμενα, που ήσουν; γιατί-) είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται λίγο πριν εμφανιστεί η κουτσομπόλα της γειτονιάς κι αυτή του σφυρίξει φεύγοντας ‘απόψε, ίδια ώρα.’

Κι εκείνο το βράδυ όταν ανέβηκε στη BSA κι ένιωσε τα χέρια της να τον τυλίγουν σα κρινάκια, ξέχασε τα πάντα, όπως γινόταν κάθε φορά.

‘Και τόσα μοναχικά χρόνια μετά’, ψιθύρισε, ‘έρχεσαι απόψε στις 8 να μου πεις το σ’ αγαπώ που δεν άκουσα.’ Σαν τσίμπημα ήταν στην πλάτη. Κι η ζέστη αφόρητη. Ένιωσε το αίμα να χτυπάει δυνατά στα μηνίγγια του, το χαρτάκι γλίστρησε απ’ το χέρι του. Το αστεράκι της BSA σκοτείνιασε.

‘Κι εγώ.’

Έκλεισε αργά τα μάτια, κι ούτε το εκκωφαντικό χτύπημα του φορείου στις άχρωμες πόρτες τον ξύπνησε.

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2008

Crash and Burn

Κρασαρε το πιστο μου pc μετα απο 5 χρονια απροσκοπτης λειτουργιας. Το φαγε μπαμπεσικα ενα καταραμενο torrent. Πισωπλατη.

Καινουριος σκληρος, καρτες κτλ και παμε παλι. Επιστρεφω δημήτριος.

Καλημερααααα