Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

1984





Πολύ καπνός και φτηνό κραγιόν, πρόστυχα κόκκινα και νέον να χορεύουν στο ταβάνι, λαίμαργοι πιτσιρικάδες με στενά παντελόνια και ντίβες της μιας βραδιάς με πορτοκαλί ποτά και πράσινες σκιές στα μάτια. Πήγε σχεδόν τρέχοντας στην έξοδο, μια ξαφνική αναγούλα , έσπρωξε την πόρτα δυνατά και βγήκε έξω σα δραπέτης. 

Στο στενό ήταν, με μια χλωμή λάμπα από πάνω να τρεμοπαίζει σε μια σκηνή σουρεαλιστικού δράματος, έριξε μια κλεφτή ματιά έξω απ’ το κλαμπ και είδε ξανά τον κόσμο να περιμένει ένα πρωταγωνιστή που δεν έρχεται

Ανέβηκε πάνω, έριξε μια δυνατή μανιβελιά και άκουσε με ανακούφιση τον ήχο, κροταλιστό και ξερό να σκάει στ’ αυτιά του. Δυο πιτσιρικάδες πέρασαν  το στενό πηγαίνοντας προς  το εκκωφαντικό καρνιβαλικό μπουρδέλο του κλαμπ, και πριν χαθούν άκουσε τον ένα να ψιθυρίζει ‘μαλάκα, RD350, γαμώ’.

Έπρεπε να φύγει από κει.  Ήταν από κείνες τις στιγμές που ανοίγεις τα μάτια σου και βλέπεις τη φάκα και το μόνο που θες είναι να φύγεις. Από παντού. Απ’ όλα. Το 350 πέρναγε σα νυφίτσα μέσα απ’ τα στενά, χορεύοντας, αφήνοντας δίχρονες νότες και μια μυρωδιά καμμένου πίσω του, στροφή στον κεντρικό και μπάτσοι. 

Τέτοια ώρα μπάτσοι, γαμώ τις υπερωρίες σας. Είδε ένα να τον κοιτάει με ψεύτικο ύφος δανεισμένο από ταινίες αλέν ντελόν της κακιάς ώρας και να κάνει ένα βήμα αριστερά, ‘παρ’τα αρχίδια μου Καλλαχαν’ σφύριξε και έκανε το 350 να ουρλιάξει περνώντας σύριζα δίπλα του.  Τα φώτα των αυτοκινήτων κόκκινα άσπρα να αναβοσβήνουν σα πυγολαμπίδες αριστερά-δεξιά του καθώς πέρναγε τον κεντρικό με την αντανάκλαση του RD σα φάντασμα στις φτηνές βιτρίνες. 

Ανηφόρα για εθνική και λουσμένα στο κίτρινο φως μπροστά του ένα Μπολντόρ κι ένα GPz550 με τους τύπους να κάνουν τσιγάρο ακουμπισμένοι στις μπαριέρες. Κι όπως τα μάτια του γυρίζουν η κάμερα του μυαλού του γράφει ασταμάτητα, ένα Κατάνα, ένα GSX750, ένα χιλιάρι κατάμαυρο που ούτε καταλαβαίνεις τι είναι,  πιτσιρικάδες ολόγυρα με σκυλοφτιαγμένα παπιά να κοιτάνε με δέος καθώς ένα Z1300 χάνεται ουρλιάζοντας στην ευθεία κυνηγώντας ένα 900αρι τούμπανο. Ο αέρας μυρίζει βενζίνα και το φως τα κάνει όλα να φαίνονται σα σεληνιακό τοπίο με απόκοσμους πρωταγωνιστές. Σταματάει κι ανάβει τσιγάρο ενώ παντού γύρω του ακούγονται σκασίματα από εξατμίσεις, γέλια δυνατά, βρισιές, ‘τι λες ρε μαλάκα’ ‘όπως είμαστε πάμε ρε’ και στο βάθος πεδίου να τα καταπίνει όλα το σκοτάδι της εθνικής. 

 O τύπος με το 550 πάει κοντά και κάνει νόημα χαμογελαστά ‘τα πάμε μέχρι γέφυρα;’, έχει ένα ύφος σα να σου χαμογελάει ύαινα και κίτρινα δόντια, σφίγγει τα χέρια νευρικά και κοιτάει προς το σκοτάδι. ‘Ναι αλλά όχι φράγκα΄. ‘Έλα ρε φίλε όχι φράγκα, φοβάσαι;’ ‘Όχι. Κι αμα θες όχι φράγκα.’ ‘Άντε πάμε΄. 

Ανεβαίνω στο 350 και στήνομαι με το 550 δίπλα μου να μουγκρίζει. Κανείς δεν κοιτάει τον άλλον. Κάνω νόημα σ’ ένα πιτσιρικά ‘κάνε μας σήμα ρε φίλε’, έρχεται φωνάζοντας κι ένα φίλο, σηκώνει το χέρι κι ‘ΕΦΥΓΕΣ΄

Βλέπω την ουρά του 550 αριστερά μου να χορεύει, γαμώ τα δίχρονα σας και γαμώ την εκκίνηση μου, δευτέρα χώνω το στροφόμετρο βαθιά στα κόκκινα εκεί που το γουστάρει, το μπροστινό έχει ήδη αρχίσει τη σάλσα αλλά η ουρά του 550 είναι πιο κοντά, τρίτη και μπαίνουμε στο σκοτάδι, φωνάζω στο κενό ‘γέμισε γαμω το σου γέμισε’ τραβάω το συμπλέκτη δυνατά, μια, δυο, κόκκινα, πάρτα τώρα, έχω πλευρίσει το 550 με τον τύπο να χει μπει κάτω απ τη μπογιά του τεπόζιτου, φτάνουμε γέφυρα, αν ανεβάσω δε γεμίζει και θα μ΄έχει, έχω 2,000 στροφές μπόσικα, κάτω μια και νιώθω ότι θα εκραγεί, πάνω, συμπλεκτη, γεμισε, και πανω και – για μια ρόδα.  Αυτή τη φορά του χαμογελάω εγώ, δε με κοιτάει κάνουμε στροφή και βλέπουμε 2 φανάρια να κατεβαίνουν με λύσσα, ένα 900F περνάει δίπλα μου, ο τύπος με μάτια καμμένα απ’ τον αέρα να κρατάει το πηρούνι και να το σπάει το μηχανάκι. 

Ανεβαίνουμε ξανά στο κίτρινο φως, ο φίλος του του κάνει νόημα ‘τι έγινε’ κι αυτός σηκώνει απλά το κεφάλι σ’ ένα βουβό ‘όχι΄.  Χαιρετιόμαστε άψυχα, κατεβαίνω και ακουμπάω στις μπάρες με τα χέρια μου να τρέμουν. Νωρίς είναι ακόμα κι απ’ ότι φαίνεται θα είναι μεγάλο βράδυ. Κοιτάω το 350 να στέκεται λουσμένο στο κίτρινο φως και ξέρω ότι αυτό είναι που θέλω να κάνω. Να είμαι σ’ εκείνο το φως καρφωμένος και να ουρλιάζω στα σκοτάδια μου. 






1 σχόλιο:

Ωασσιλις είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.