Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Νέρο



Νέρο

Τον Γιαννούλη τον γνώρισα στην Β’ Δημοτικού. Είχε μείνει στην ίδια τάξη, νομίζω δυο φορές, γι’ αυτό πήγαινε μαζί μας. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβεις γιατί.

Διάβαζε με τρομερή δυσκολία, συλλαβίζοντας τις λέξεις και τόνιζε λάθος σχεδόν οτιδήποτε έγραφε στο χαρτί ή στον πίνακα. Ψηλός, παχουλός, με δειλό χαμόγελο, με ίσια μαλλιά χτενισμένα σε μια χωρίστρα της μαμάς, με κακοξυσμένα μολύβια και μια μεγάλη καφέ τσάντα. Τα τετράδια του δεν είχαν ούτε σελίδα που να μην είχε γεμίσει από κόκκινες παρατηρήσεις, κόκκινες σημειώσεις, κόκκινες απειλές, και κόκκινες προστακτικές.

‘Αν συνεχίσεις έτσι θα επαναλάβεις την τάξη! Προσοχή!’
‘Να το γράψεις 15 φορές και να το μάθεις!’
‘Ήρθε χωρίς αντιγραφή.’

Δε μιλούσε παρά ελάχιστα. Σε μένα λίγο παραπάνω, αλλά πάλι όχι πολλά πράγματα. Κι όποτε μιλούσε το έκανε με το δειλό χαμόγελο, κατεβασμένο κεφάλι και τρίβοντας την παλάμη του ενός χεριού με τον αντίχειρα του άλλου σε μικρούς κύκλους. Φορούσε πάντα φαρδιές ακόμα και γι’ αυτόν, τριμμένες μπλούζες και παντελόνια που είχαν ξεβάψει στα γόνατα.

Δεν σήκωνε το χέρι να μιλήσει και η δασκάλα δεν τον έβγαζε ποτέ σε μια σιωπηρή συμφωνία. Εκτός όταν έπιανε το σημειωματάριο και μας ρωτούσε έναν-έναν γιατί ήθελε να βάλει βαθμούς. Όταν έφτανε στο όνομα του τον κοίταζε πρώτα με απογοήτευση, μετά αναστέναζε κι όπως έβγαινε η ανάσα έλεγε μονορούφι ‘Γιαννούλης.’

Συνήθως ακουγόταν ένα ‘ωωω’ από μερικούς, εκείνο το ‘τώρα-θα-περάσουμε-καλά’ ωωωω, εκείνο το ‘τώρα-θα-του-φωνάξει’ ωωωω, εκείνο το ‘τώρα-θα-δούμε-παράσταση’ ωωωω.

Έβγαινε στον πίνακα με μικρά βήματα, σέρνοντας τα πόδια, μια και η πορεία της διαδικασίας ήταν προδιαγεγραμμένη. Θα τον ρώταγε, δεν θα ήξερε, θα του έλεγε να ανοίξει τα χέρια και θα τον χτυπούσε με τη ρίγα.

Α ναι, η ρίγα. Όλοι την ξέραμε, κι εγώ κάτι παραπάνω. Βλέπεις έγραφα με το αριστερό χέρι, το ‘κακό’ χέρι. Η δασκάλα της πρώτης δημοτικού το θεωρούσε καλό να με βοηθήσει να σταματήσω αυτή τη νοσηρή συνήθεια και να γράφω με το ‘καλό’ χέρι, το δεξί. Με βοηθούσε χτυπώντας μου το αριστερό χέρι με την ξύλινη ρίγα μέχρι που το ένιωθα να φουσκώνει σα ζυμάρι. Μου χτυπούσε επίσης το χέρι όταν καθυστερούσα να γράφω με το δεξί ‘γιατί το έκανα επίτηδες’ για να της σπάσω τα νεύρα, ή όταν γύριζε απότομα από τον πίνακα και με έβλεπε να γράφω με το αριστερό για να μην καθυστερήσω κι εκνευριστεί.

Δεν υπήρχαν πολλά να κάνεις στη ρίγα. Αν τέντωνες το χέρι πονούσε πολύ γιατί σε χτυπούσε στο κέντρο της παλάμης. Ήταν καλύτερα να το αφήνεις χαλαρό αλλά με τον κίνδυνο να σε χτυπήσει στα δάκτυλα μια και η παλάμη σου θα πήγαινε κάτω με το χτύπημα, κι αν σε χτυπούσε στα δάκτυλα ήταν χειρότερο. Επίσης δεν έπρεπε ποτέ να το τραβήξεις, ούτε από αντανακλαστικά, γιατί αφενός θα την ξανάτρωγες, και αφ’ ετέρου θα σε χτυπούσε στις άκρες των δακτύλων. Θυμάμαι μετά από πολλές δοκιμές είχα μάθει να ανασηκώνω λίγο τον καρπό και να την τρώγω εκεί, κάτι που έβγαζε ένα πολύ ικανοποιητικό ήχο και που πονούσε τόσο που δε χρειαζόταν να προσποιηθώ. Βοηθούσε όμως στο να μπορώ να κλείσω το χέρι μου μετά το ξύλο και να μην το νιώθω να καίει για τόση ώρα μετά.

Ήταν μέρα του Μαΐου εκείνη η μέρα, πλησίαζε το καλοκαίρι, πλησίαζαν και οι τελικοί βαθμοί. Έβγαλε το τρομακτικό σημειωματάριο και μας κοίταζε έναν έναν πριν πει το όνομα μας. Πήρε βαθιά ανάσα ‘Γιαννούλης.’

Έσυρε αργά τα πόδια του, όσο αργά γίνεται και βγήκε στον πίνακα. Η δασκάλα του είπε να της γράψει μια ορθογραφία. Πιστεύω το χειρότερο σ’ αυτή τη μέρα ήταν ότι πραγματικά προσπάθησε. Δε νομίζω ότι το έκανε για το ξύλο. Πλέον δεν πρέπει να τον ένοιαζε και τόσο. Όχι, πιστεύω ότι προσπάθησε πιο πολύ για τον εαυτό του, για να δείξει ότι κάτι έμαθε, για να σταματήσει το ‘ωωωω’.

Προσπάθησε. Κάθε γράμμα δεν το έγραφε, το ζωγράφιζε, αργά και επίπονα όπως κάνουν οι δυσλεκτικοί. Μια λεπτή γραμμούλα σκόνης έτρεχε απ’ την άκρη της κιμωλίας στο τέλος κάθε γράμματος. Συγκεντρωμένος, αμίλητος, ζωγράφιζε ότι του έλεγε η στεγνή φωνή της δασκάλας στον πίνακα.

Σταμάτησε και έκανε ένα βήμα πίσω. Η φωνή της δασκάλας ακούστηκε σφυριχτή. ‘Σβήστα γρήγορα. ΣΒΗΣΤΑ.’ Το πρόσωπο της είχε τόσο θυμό που νόμιζες ότι θα σπάσει σα μάσκα. ‘Θα σου πω μια λέξη. Μια. ΜΙΑ. Αν την παρατονίσεις ουαί κι αλλοίμονο σου. Κατάλαβες;’

Έκανε ένα βουβό νεύμα τρίβοντας την παλάμη του ενός χεριού με τον αντίχειρα του άλλου. ΄ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ;’ Ξανά ένα νεύμα χωρίς να την κοιτάει. Αυτή γύρισε σε μένα. ‘Λάζαρε πες του μια λέξη. Μια οτιδήποτε λέξη, να τη γράψει.’

Κόπηκε η φωνή μου. Τώρα για ότι πάθαινε θα έφταιγα εγώ. Ξαφνικά, όλες μου οι λέξεις έτρεξαν από το μυαλό μου έντρομες, σκαρφάλωσαν στο παράθυρο και δραπέτευσαν στο προαύλιο. Είδα τους συμμαθητές να με κοιτάνε, μερικοί με ένα μοχθηρό βλέμμα που σήμαινε ‘πες κάτι δύσκολο, πες του κάτι δύσκολο.’

‘Πες του μια λέξη γιατί θα την πληρώσεις εσύ’, το πρόσωπο της να συσπάται από θυμό μπροστά στην ανικανότητα της να του μεταδώσει οτιδήποτε και αυτή τη χρονιά. Και ήθελε όλοι να δουν ότι είναι δικό του λάθος. Του χαζού. Γύρισα αργά σ’ αυτόν.

‘Νερό.’

Ήταν το μόνο που μπόρεσα να σκεφτώ. ‘Νερό.’ Το είπα ξέψυχα, αλλά προσπάθησα να τονίσω όσο μπορούσα την τελευταία συλλαβή, να της δώσω διάρκεια, ‘Νερόοοο’. Ο Γιαννούλης με κοίταζε προσπαθώντας να καταλάβει. Μπορούσες να κόψεις τη σιωπή με το μαχαίρι. Σήκωσε το χέρι και ζωγράφισε το πρώτο Ν, μετά το ε, μετά το ρ και τέλος με κόπο ένα στρογγυλό ο. Τουλάχιστον ήταν ορθογραφημένο.

‘ΤΟΝΟ. ΒΑΛΕ ΤΟΝΟ.’ ακούστηκε η φωνή της, πάντα στεγνή, ξερή, άχρωμη, κάθε συλλαβή σα να σπάνε κλαδιά.

Δίστασε, με κοίταξε για βοήθεια, η δασκάλα έπιασε τη ματιά ‘ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΟΥ ΚΟΙΤΑ, ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ. ΒΑΛΕ ΤΟΝΟ ΕΙΠΑ.’

Νέρο.

Για λίγο δε μίλησε κανείς. Το ήξερε όμως ότι έκανε λάθος, το ήξερε γιατί η σιωπή ξαφνικά σα να βαθαίνει, σα να βούλιαζε την τάξη όλη, να την έπνιγε, να μην την άφηνε να ανασάνει.

‘Άνοιξε τα χέρια σου. Έλα δω. Άνοιξε τα χέρια σου.’ Σαν να σπάνε κλαδιά.

Το χειρότερο, ήταν αυτό που έκανε ο Γιαννούλης. Άλλοι φώναζαν. Άλλοι έσφιγγαν τα δόντια και περίμεναν να τελειώσει. Άλλοι παρακαλούσαν, όχι κυρία, όπως ο Λευτέρης που μια φορά είχε γονατίσει κιόλας, ακόμα τον κοροϊδεύαμε. Άλλοι τραβούσαν τα χέρια, άλλοι τα έκρυβαν πίσω απ’ την πλάτη. Άλλοι ήταν δουλοπρεπείς ακόμα και την τελευταία στιγμή, ‘ορίστε κυρία’. Ο Γιαννούλης απλά άπλωνε τα χέρια και άφηνε να του τα χτυπάνε, ενώ μετά από λίγο τα μάτια του άρχιζαν να τρέχουν, χωρίς ήχο, χωρίς λυγμούς, απλά έβλεπες τα δάκρυα να τρέχουν και να τρέχουν. Αυτό μου φαινόταν το χειρότερο, μ’ έκανε πάντα να νιώθω ένα κόμπο.

Στον πίνακα γραμμένο ακόμα το ‘Νέρο’, κι αυτός δεξιά του πίνακα μπροστά στην έδρα, κι ο ήχος της ρίγας να κατεβαίνει ξανά και ξανά. Τα χέρια του ήταν ήδη κόκκινα και πρησμένα και τον χτυπούσε στην άκρη της παλάμης.

Δεν ένιωσα υπεύθυνος γι’ αυτό, είχα κάνει ότι καλύτερο μπορούσα, είχα προσπαθήσει να του δώσω κάτι όσο εύκολο γινόταν, να τον βοηθήσω όσο γινόταν. Τότε γιατί ένιωθα τόσο, τόσο άσχημα;

Μου πήρε αρκετό χρόνο να το καταλάβω. Ένιωθα άσχημα όχι γιατί έφταιγα, όχι μόνο από συμπόνια για το Γιαννούλη. Όχι.

Ένιωθα άσχημα γιατί καταλάβαινα ότι αυτό που με μάθαινε το σχολείο δεν ήταν να τονίζω τις λέξεις, δεν ήταν το ‘νέρο’ δεν ήταν η ορθογραφία και τα στρογγυλά γράμματα.

Αυτό που με μάθαινε ήταν ότι υπάρχει ένας άνθρωπος με ρίγα, κι ότι αν την έχει θα σε χτυπήσει. Απλά γιατί μπορεί.

Κι αυτό δεν ήταν καν το χειρότερο.

Το χειρότερο ήταν να κλαις σιωπηλά σαν τον Γιαννούλη και να πιστεύεις ότι το αξίζεις. Σηκώθηκα ασυναίσθητα να φύγω, δεν είχα να κάνω κάτι εκεί. Χτύπησε το κουδούνι και δεν ξέρω ακόμα αν θα είχα περπατήσει έξω απ’ την τάξη όπως σχεδίαζα αν δεν είχε γίνει αυτό. Ήξερα όμως ότι δεν είχα κάτι άλλο να μάθω στην Β’ Δημοτικού. Είχα μάθει ότι ήταν απαραίτητο και σημαντικό. Θα συνέχιζα να σφίγγω τα δόντια όποτε η ρίγα έδειχνε εμένα όπως έκανα πάντα. Αλλά ποτέ δεν θα ένιωθα ότι το αξίζω και ποτέ δε θα έκλαιγα.

Τον Γιαννούλη δεν τον ξαναείδα ποτέ. Έφυγε την επόμενη μέρα και δεν ξαναγύρισε. Και το χειρότερο για μένα είναι ότι από τότε, αυτή την τελευταία του εικόνα κουβαλάω. Με τα χέρια απλωμένα, τα μάτια να τρέχουν χωρίς σταματημό και το μεγάλο ‘Νέρο’ στον πίνακα με τη λοξή, στραβοπατημένη οξεία του.








4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Εξαιρετικό!!!

joebargeorge είπε...

Ποσο πολυ το εχεις φιλε λαζαρε να μου βγαζεις τοσο εντονα το συναισθημα τον κομπο αυτο η αλλες φορες το ασυγκρατητο το δυνατο γελιο η ακομα και τον προβληματισμο την σκεψη, πρωτη φορα σου γραφω αν και σε διαβαζω πολλα χρονια και απο εδω και στο μοτο και στο fb προσφατα, σε ευχαριστω ελπιζω να τα πουμε στη λιμνη

ΛΥΚΟΣ είπε...

Να σαι καλα, κι εγω ελπίζω να τα πουμε. :)

Σωτήρης Ανυφαντής είπε...

Λάζαρε,τό'χεις ρε συ να με βουρκώνεις,συχνά-πυκνά!