Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

C50

Και το γδάρσιμο στο καπάκι. Το χε δει με το που την τσούλησε μέσα ο πιτσιρικάς. Μια βαθιά χαρακιά και κάτι πιο ψιλές από κάτω.

Του μίλαγε ο πιτσιρικάς κι αυτός το μάτι εκεί. Που ήταν του πατέρα του. Που το χαν παρατήσει στην αυλή. Που το χαν σκεπάσει αλλά τα πήρε ο αέρας κι ο διάολος. Κι οι βίδες σκουριασμένες. Λάδια άλλαξε του μάστορα, άστα τα υπόλοιπα, και κάνα ρυθμισματάκι. Για κάθε μέρα, ξέρεις. Του στραπάτσου. Θα μου το φτιάξεις μάστορα;

Ακούμπαγε το δάχτυλο στην χαρακιά και το τράβαγε μέχρι μπροστά και δεν τον άκουγε. Φλυαρία. Πότε θα μου το χεις έτοιμο; Δεν πρέπει να θέλει πολλά πολλά, αυτά είναι σκυλιά, ε μάστορα;

Σκυλιά αδέσποτα και τα κλωτσάνε φίλε.

Μια η ώρα το βράδυ τα φώτα χαμηλά και το παπί στο ρελαντί να κόβει το χρόνο πιστονιές. Όντως δεν ήθελε πολλά πολλά. Σηκώθηκε, το έσβησε. Πήγε μέχρι την πόρτα του συνεργείου, αλλά το χέρι δεν έκλεισε τα φώτα 'αρνούμενο να συμμορφωθεί'.

Που να πας τώρα εκεί έξω; Με το ένα και το άλλο. Εδώ κάτι κάνεις, έξω δεν έχεις εργαλεία για να βγεις. Ξεβίδωσε το καπάκι του C50 και το έβαλε στον πάγκο. Θερμοπίστολο σιγά σιγά. Θα παιρνε χρόνο αυτό. Αλλά την έκανε τη δουλειά του το καπάκι. Όσο το έφερνε, όσο το έτριβε και το μάζευε, όσο το ξανάνιωνε, τα ξέχασε όλα.

Και κείνη την κουβέντα, και τη γκρίνια, και το χέρι που δεν έπιανε τίποτα στην τσέπη, και τον καυγά και που νύχτωνε νωρίς. Και το βαριεστημένο βλέμμα, και τα πόδια που καμιά φορά σέρνονταν και τον πόνο στην πλάτη. Όλα τα ξέχασε, κι όλα τα βγαλε πάνω στο καπάκι, κι όταν τέλειωσε καινούριο ήταν.

4 το βράδυ κι ήταν καινούριο, και τώρα ήταν τόση η κούραση πια που θα σβηνε τα φώτα και θα έπεφτε ξερός. Γύρισε μια και είδε το καπάκι να γυαλίζει στο μισοσκόταδο πριν να φύγει. Μια κι άλλη μια που θα το βλεπε φευγαλέα αύριο όταν ερχόταν ο πιτσιρικάς να πάρει 'το σκυλί'.

Όμορφο ήταν, έτσι στο μισοσκόταδο τώρα ήταν όμορφο, μια ομορφιά που δεν θα πρόσεχε κανείς. Θα πάρουμε που θα πάρουμε τ' @@ μας, ας αφήσουμε ένα πιο όμορφο κόσμο φίλε. Κι έκλεισε την πόρτα.

Ο πιτσιρικάς ήρθε την άλλη μέρα 'γιατί το κυκλοφορώ και δε γίνεται να το αφήσω'. Τι σου χρωστάω μάστορα; Τα λάδια και τι άλλο;

Άλλη μια φευγαλέα στο καπάκι. Εσύ κι εγώ μυστικό. Τι να πεις; Άσε ρε μάστορα, γιατί δεν πήγες να πάρεις ένα καινούριο; Ήθελε να του πει να του το αφήσει, να του φτιάξει και το στραβό μπροστινό φτεράκι.

Τόσο μου χρωστάς. Τα λάδια.

Ευχαριστώ μάστορα, καλημέρα.

Σήμερα μετά τις 1 θα πρεπε να βρει καμιά άλλη πληγή να κλείσει.

Δε βαριέσαι.

Ανοίγουν τόσες που όλο κάτι θα υπάρχει.

Καλημέρα, καλό δρόμο.





1 σχόλιο:

mak1mak είπε...

Λύκε μία στο μότο , μια εδω θέλεις να μας κάνεις να τρέχουμε για χαρτομάντιλα. ...